ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Την εικόνα μόνιμης παράλυσης εμφάνισε η πολυδιαφημισμένη φωτογραφική έκθεση του Λεωνίδα Παπάζογλου στην μνήμη του συλλέκτη Γεωργίου Γκολομπία. Και μαζί της η υποτυπώδης εικαστική κίνηση της πόλης. Στην ΟΔΟ, στο φύλλο της 519 της 3η Δεκεμβρίου είχε φιλοξενηθεί επιστολή αναγνώστη με την οποία εξέφραζε τα παράπονά του τόσο για την κατάσταση του προαύλειου χώρου του αρχοντικού Βέργουλα όσο και επειδή αν και επισκέφθηκε την Καστοριά αποκλειστικά για την έκθεση, ωστόσο σε ώρα και ημέρα προγραμματισμένης λειτουργίας της, βρήκε κλειστό το κτήριο. Δύο εβδομάδες αργότερα, στο φύλλο 521 της 17ης Δεκεμβρίου, η κ. Σωτηροπούλου Μάγγελ εξιστορεί την δική της ταλαιπωρία με τους μαθητές της σχολής ζωγραφικής που διδάσκει, καταγγέλλοντας την απαράδεκτη κατάσταση να είναι κλειστά η έκθεση σε ώρες και ημέρες λειτουργίας της. (Σημειώνεται ότι η κ. Σ. Μάγγελ, δύο ημέρες πριν, ενημέρωσε την Τουριστική Επιχείρηση του Δήμου για την ώρα και την ημέρα της επίσκεψης). Όμως οι διαμαρτυρίες των πολιτών φαίνεται αφήνουν παγερά αδιάφορους τους ιθύνοντες του Δήμου. Οι οποίοι απορροφημένοι προφανώς από το μεγαλεπήβολο πρόγραμμά τους, δεν έχουν καιρό να ασχοληθούν με τις γκρίνιες. Άλλωστε τα εγκαίνια έγιναν κανονικά, όπως και ο αγιασμός, οι φωτογραφίες με τις απαραίτητες πόζες εμφανίσθηκαν ήδη – θα κοσμήσουν προφανώς το προεκλογικό απολογιστικό λεύκωμα- η δεξίωση ολοκληρώθηκε, οπότε όλα τα άλλα, θα φαίνονται πολυτέλειες. Και μικροπρέπειες βεβαίως στην γνώμη των μεγαλοπρεπών.



Αξιότιμε κύριε διευθυντά
χρόνια πολλά,

Σας αποστέλλω συνημμένα ορισμένες φωτογραφίες από το αρ- χοντικό Βέργου και την φιλοξενούμενη σ' αυτό έκθεση φωτογραφιών του Λεωνίδα Παπάζογλου από την ανεκτίμητη συλλογή του αδικοχαμένου βογατσιώτη ιστο- ριοδίφη Γιώργου Γκολομπία.
Με την ελπίδα ότι οι άρχοντες της Καστοριάς έχουν αρχίσει να ενδιαφέρονται τον τελευταίο καιρό για τα πολιτιστικά δρώμενα και για την δι' αυτών ανάδειξη του τόπου μας, επισκέφθηκα την παραπάνω έκθεση την Κυριακή 27-12-2009 με την ελπίδα να την βρω ανοιχτή, μετά τα όσα συνέβησαν και γράφηκαν στην ΟΔΟ προ ημερών. Έφτασα εκεί στις 10:50 π.μ. και περίμενα από τις 11:00 π.μ. (ώρα που σύμφωνα με το πρόγραμμα ανοίγει η έκθεση) μέχρι τις 11:30 π.μ. (ώρα που πιθανόν οι αρμόδιοι θα φιλοτιμούνταν να στείλουν κάποιον να την ανοίξει). Δυστυχώς όμως η αναμονή απέβη άκαρπη... παρά τα πολλαπλά τηλέφωνα εμού και άλλων επισκεπτών από την Καστοριά και από όλη την Ελλάδα προς την αρμόδια Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού του Δήμου Καστοριάς.
Απογοητευτήκαμε και το μόνο που καταφέραμε να δούμε ήταν μια μεγάλων διαστάσεων αφίσα που κρεμόταν σαν κουρέλι έξω από το αρχοντικό Βέργου και το χάλι που επικρατεί στον προαύλιο χώρο. Το χάλι αυτό δεν το είδαν οι αρμόδιοι όταν αποφάσισαν να φιλοξενήσουν το σπουδαίο αυτό πολιτιστικό γεγονός στο αρχοντικό Βέργου;
Έφυγα απογοητευμένος για μια βόλτα στο Ντολτσό... κι εκεί όμως τα ίδια χάλια... στο υπό α-νακατασκευή αρχοντικό Πηχεώνα, το οποίο πρόκειται να φιλοξενήσει το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Νομού Καστοριάς. Ακόμη δεν τελείωσαν τα έργα και κάποιοι φρόντισαν να δείξουν το επίπεδό τους με συνθήματα απρεπή για τον χώρο αυτό. Θα σας στείλω σχετικές φωτογραφίες.
Γύρω στη 1:00 μ.μ. επέστρεψα στο αρχοντικό Βέργου, αλλά και πάλι απογοήτευση. Η έκθεση ήταν ακόμη κλειστή...εξάλλου στις 2:00 μ.μ. κλείνει σύμφωνα με το πρόγραμμα. Την απογοήτευση και άλλων επισκεπτών καταδεικνύουν τα σημειώματα που είχαν φροντίσει να αναρτήσουν εις ένδειξιν διαμαρτυρίας στην είσοδο του αρχοντικού. Σας τα στέλνω συνημμένα.
Τώρα πια αντιλαμβάνομαι τα όσα έλεγε ο μακαριστός Γιώργος για την αδιαφορία των καστοριανών αρχόντων για τέτοια πολιτιστικά γεγονότα και την απογοήτευση που ο ίδιος είχε γευτεί πολύ πριν από εμένα. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που η πολύτιμη συλλογή του δεν αναδείχθηκε ποτέ. Εξάλλου, κανείς δεν αγίασε στον τόπο του. Μακάρι να βρεθούν άξιοι συνεχιστές του και να αναδείξουν την ιστορία και τον πολιτισμό της Καστοριάς. Φτάνει πια ραγκουτσάρια και γούνες. Πού είναι ο Χριστόπουλος, οι αδελφοί Εμμανουήλ, ο ιατρός Κων. Μιχαήλ, ο ιατροφι- λόσοφος Θωμάς Μανδακάσης και τόσοι άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, για τους οποίους οι περισσότεροι Καστοριανοί δεν γνωρίζουν τίποτε;
Λυπάμαι ειλικρινά για το επίπεδο των "αρχόντων" μας και όλων των αρμοδίων για τέτοια πολιτιστικά γεγονότα... Καλή χρονιά, διαφορετική από αυτές που πέρασαν... με περισσότερα πολιτιστικά δρώμενα και εκδηλώσεις.
Φιλικά,
ΣΚ

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν




ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε Μπαϊρακτάρη,

Σας στέλνω ένα απόκομμα εισιτηρίου του νέου Μουσείου της Ακρόπολης το οποίο επικυρώθηκε πρόσφατα με μία ομάδα Καστοριανών και μου το έδωσε η ξεναγός για σουβενίρ. Διαβάζοντάς το σε δύο σημεία βλέπω να αναγράφεται ότι το Μουσείο είναι στην οδό Διονυσίου Αεροπαγίτου.
Δεν ήξερα πού να αποταθώ για την διόρθωσή του, πιστεύω ότι εσείς έχετε τον τρόπο να το δώσετε δημοσιότητα, για να φθάσει ως την αρμόδια υπηρεσία για να διορθωθεί στα εισιτήρια που θα ταξιδέψουν σ’ όλο τον κόσμο, στο ορθό Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

Ευχαριστώ για την φιλοξενεία
Αγγελική Μ. Παπαμαντζάρη

Σημείωση της ΟΔΟΥ: Όταν η εφημερίδα έλαβε την επιστολή, ήθελε να πιστεύει ότι το λάθος του εισιτηρίου στο οποίο αναφέρεται η κα Παπαμαντζάρη είναι ένα μεμονωμένο που οφείλεται στον δαίμονα του τυπογραφείου. Η έκπληξη ήρθε λίγο αργότερα όταν μετά από μία πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο, (την οποία μπορεί να επιβεβαιώσει ο καθένας πολύ εύκολα πληκτρολογώντας φερ’ ειπείν στο google το όνομα) προέκυψε ότι ο (άγιος) Διονύσιος Αρεοπαγίτης, έχει πολιτογραφεί και ως… Αεροπαγίτης. Επομένως όχι μόνο η ιστορία αλλά και η… εκκλησία έχει προσθέσει στο εορτολόγιό της εξ αιτίας της νεοελληνικής παιδείας έναν ανύπαρκτο άγιο. Μακάρι οι κάθε λογής αρμόδιοι να παρέμβουν για να διορθώσουν τα κακώς κείμενα. Αρκεί βεβαίως να γνωρίζουν ότι το σωστό είναι Αρεοπαγίτης.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε Μπαϊρακτάρη,

Δεν θα ήθελα να σας στείλω µια τυπική επιστολή µε ευχαριστίες και συγχαρητήρια για το έργο σας, αλλά µια επιστολή που να εκφράζει τις ειλικρινείς απόψεις µου, που πιστεύω ότι ευθυγραμμίζονται µε τις απόψεις του συνόλου των αναγνωστών σας. Ευχαριστίες γιατί µας προσφέρετε µια όαση πολιτισμού στη έρηµο της πολιτιστικής παρακµής που ζούµε, συγχαρητήρια γιατί παραµένετε σε µια ακριτική περιοχή µε δύσκολες επαγγελµατικές προοπτικές και αγωνίζεστε µε συνέπεια, όχι µόνο για την υψηλής ποιότητας ύλη, αλλά ακόµη και µε λεπτοµέρειες όπως ο τρόπος παρουσίασης των άρθρων και η ποιότητα του χαρτιού της εφηµερίδας. Εύχοµαι να συνεχίσετε µε την ίδια δύναµη να αντιστέκεστε στον ευτελισµό που κυριαρχεί τα ΜΜΕ και να µας χαρίζετε ελπίδα ότι δεν θα αργήσει η ανάκαµψη.
Τέλος, θέλω να σας ευχαριστήσω ιδιαίτερα για το ενδιαφέρον σας για τον αδελφό µου Χρυσόστοµο και την προβολή του έργου του από την ΟΔΟ. Είναι πολύ σηµαντικό για µένα να διατηρείται ζωντανός στη µνήµη των συµπατριωτών µας.

Με εκτίμηση
Σ. Τζημάκα Νάτσινα

Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: «Ανοίγει μια καταπακτή και πέφτω πλάι στον Κύρκο»*, αλλά ποιόν Κίρκο;

Το έφερε η βιβλιογραφική μας επικαιρότητα αλλά και η τοπική πολιτική γενικο-γραμματειακή κυβερνητική ...επιδεξιό- τητα. Ορίστηκε το λοιπόν μετά την εξέταση των αιτήσεων (χιλιάδες χιλιάδων) ο νέος Γ. Γ Περιφέρειας Δ. Μακεδονίας κ. Γ. Κίρκος. Μια εντελώς πασοκική κατάσταση δηλαδή, όπως αναμένονταν κι ήταν επόμενο και πολιτικά λογικό. Απλά το γελοίο ήταν η προκήρυξη των θέσεων δια των διασκεδαστικών ιμέιλ. Τέλος πάντων πασόκ είναι αυτό μπορεί ν’ αλλάζει τα πάντα εκτός το τίποτά του, μέχρι τώρα. Το βέβαιο είναι πως αλλάζει το νόημα των λέξεων. Μήπως μπορεί ο νέος άρχων Δ.Μ. να ανοίξει και καμιά καταπακτή στα συμβαίνοντα με τον προηγούμενό του για να βρει που είναι και τι έγιναν τα 3000(;) αντίτυπα της υπερπολυτελούς έκδοσης «Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας» για τα οποία γράφαμε συνεχώς και ζητούσαμε κάποια απλή ενημέρωση (ενώ για κάθε προπαγανδιστική αηδία τους μας είχαν τρελάνει στα ιμέιλ οι υπηρεσίες του), αλλά δεν ακούσαμε τίποτε μιαν που η παχυδερμία της όποιας εξουσίας είναι αδιαπέραστη;

Ομως ταυτόχρονα κυκλοφόρησε και το βιβλίο του Λ. Κύρκου «Εκ βαθέων» από τις εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ. Δεν γνωρίζω πόσο εκ βαθέων είναι ότι δεν το διάβασα ακόμα, απλά το ξεφύλλισα• μάλιστα στην πρώτη του σελίδα έχει μια ολοσέλιδη φωτογραφία του από τη συγκέντρωση του ΣΥΝ το 1989 («Ω οι ωραίες μας ημέρες») στην Κοζάνη με πίσω του το καμπαναριό φυσικά, τότε που η πολιτική ζωή του τόπου είχε αποκτήσει, περιεχόμενο, κίνηση και ζωή και δεν είχε πιάσει πάτο όπως τώρα. Οσο κι αν λέει εκ των υστέρων ο Λ.Κ., πως λάθος του ήταν κάποιες τότε απόψεις και πολιτικές του, λάθος κάνει τώρα, κατά την ταπεινή ίσως και όχι τό-σο πολιτικά μελετημένη (στο χοιροστάσιο της πολιτικής όλα είναι προμελετημένα τελικά) γνώμη μας. Εν τω μεταξύ το άλλο «Εκ βαθέων» της Ελφρίντε Γιέλινεκ, εκδ. Εκκρεμές ερχόταν από μεγάλο βάθος τόλμης...


(*) Από το τραγούδι του Δ. Σαββόπουλου "Εκλογές του ΄77" αν δεν κάνω λάθος

Υ.Γ. Διόρθωση σκέψης του Φλομπέρ σε προηγούμενό μου άρθρο διαρκούς όμως ισχύος. "Τίποτε δεν είναι πιο ταπεινωτικό από το να βλέπεις τους ανόητους να πετυχαίνουν". Ακόμα πιο ταπεινωτικό δε να βλέπεις τους ανόητους υπεύθυνους της κεντρικής πλατείας της πόλεως Κοζάνης να την έχουν μετατρέψει αντί σε χριστουγεννιάτικο πάρκο με όλα τα αξεσουάρ έστω της συνήθειας με τα οποία ισορροπούμε κάπως, σε νιαήμερο εν σμικρώ. Αλλά ο νιάημερος κι οι αποκριές είναι τα ιδεολογικά επί του πολιτισμού και της δημόσιας αισθητικής τους, πρότυπα. Ετσι πετυχαίνουν στον αγώνα της ασχήμιας κατά του ωραίου νίκη περιφανή υπέρ της πρώτης, διότι είναι και οι ίδιοι της αυτής αίσθησης είτε επί των προσωπικών τους είτε των συλλογικών μας πραγμάτων.

ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ: Προς τι το πάθος για το χρήμα;

Είναι ο προβληματισμός του Κώστα Γαβρά αυτού του μεγάλου Έλληνα στη Γαλλία, του καταξιωμένου παγκόσμια καλλιτέχνη γνωστού για την ανθρωπιά και τις κοινωνικές ευαισθησίες του. Επαναστατεί για το γεγονός ότι στην Ευρώπη υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν μισθούς 400 Ευρώ. «Έχω την αίσθηση πως πηγαίνουμε προς τα πίσω, σημειώνει, προς τα χρόνια πριν την Γαλλική Επανάσταση, όπου μια μειοψηφία τα είχε όλα»!
Ο δημιουργός της πολύ γνωστής στους Έλληνες ταινίας «Ζ» με τις ταινίες του όπως η τελευταία «Παράδεισος στη Δύση», καταγγέλλει ή καλύτερα, όπως λέγει, δείχνει τα κακώς κείμενα και αφήνει στους θεατές να καταλάβουν και … να πράξουν. Παράλληλα διακηρύσσει πως, «ο καπιταλισμός είναι η νέα αριστοκρατία και χρειαζόμαστε μια νέα επανάσταση χωρίς αίμα, για να αλλάξουμε αυτήν την κατάσταση».
Αυτά σε μια συνέντευξη του στην ισπανική εφημερίδα «El Pais”.
Έχοντας μπροστά μου την φωτογραφία του μεγάλου καλλιτέχνη, στο φύλλο της Εφημερίδας «Τα Νέα» προκαλούμαι από τον προβληματισμό του, που και εγώ θέτω (αλλά στον εαυτό μου) να ανοίξω κάτι σαν διάλογο μαζί του, γι’ αυτό το μέσον (το εργαλείο) αφού είχα την ατυχία, να το… υπηρετώ στην ίσως επιτυχημένη για τους τρίτους σταδιοδρομία μου.
Θα αρχίσω από τη Φύση (πέρα από την σχέση της Γης με το Σύμπαν) και τον άνθρωπο, που ξεκίνησε, λίγο… καλύτερα από τα άλλα όντα στις σπηλιές. Θα θυμίσω, λοιπόν, πως το «χρήμα» μαζί με τον τροχό, από τα εργαλεία, στην υπηρεσία του, είναι όπως λέγεται, εκείνα που μετά την ανακάλυψή τους έσπρωξαν τις κοινωνίες των ανθρώπινων όντων συντομότερα προς τα μπρος, προς την πρόοδο.
Βέβαια για να φθάσουμε στην σχεδόν τελειότητα των χωρών της βόρειας Ευρώπης χρειάστηκαν χρόνια πολλά (χιλιετίες), αλλά φθάσαμε:! (την διεκδικούμε και οι νοτιότερες τελευταία.
Εν πάση περιπτώσει η Φύση (οι νόμοι της) είναι σκληρή (θα έχει το σκοπό της) παντού: στο ζωϊκό βασίλειο, στο φυτικό, στις θάλασσες στους αέρες. Βέβαια με τις απαραίτητες νηνεμίες και περιμένει να κατισχύει το ισχυρό, το ισχυρότερο, και εξασφάλιση κάποιας απαραίτητης ισορροπίας. Και στο ανθρώπινο είδος, (γνωστό είναι το… «ο θάνατός σου η ζωή μου»), υπάρχουν αυτά τα στοιχεία.
Ίσως αν δεν ήταν έτσι η ζωή τουλάχιστο του ανθρώπου σαν ενσυνείδητου όντος θα ήταν πεζή, άχρωμη.
Είναι δεδομένο πως πάντοτε υπήρχαν οι καλοί και οι κακοί, οι άγγελοι και οι διάβολοι, η αρετή και η κακία, και ο πόλεμος μεταξύ το καλού και του κακού!! Με πάρα πολλά θύματα και συνεχίζεται.
Και αν κρίνουμε απ’ την κατάσταση στην Ευρώπη και για να συμπεριληφθούν στην κατηγορία αυτή και μερικές ακόμη χώρες (Ιαπωνία, Η.Π.Α., Αυστραλία, Καναδάς) να χρησιμοποιήσουμε τον επικρατήσαντα όρο, στην «Δύση», όπου η κατάσταση από άποψη διαβίωσης και εξασφάλισης ατομικών ελευθεριών των ανθρώπων εγγίζει το τέλειο (και εδώ με εξαιρέσεις, είναι αλήθεια) μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως έστω μακροπρόθεσμα, νικητής βγαίνει το καλό.
Δεν πειράζει που υπάρχουν στις κοινωνίες και σήμερα άτομα με «πάθος για το χρήμα». Η Φύση έχει και για την περίπτωση αυτή τη λύση. Έχει φροντίσει, σχεδόν απαρέγκλιτα η δεύτερη γενεά των ανθρώπων αυτών να τα σκορπίζει, τα όποια πλούτη, με τέτοια… επιδεξιότητα που πολλές φορές να μη μένει για την Τρίτη τίποτε ή ψίχουλα. Αν και πολλές φορές, ευτυχώς, οι άνθρωποι αυτοί (οι λεφτάδες) συνειδητοποιώντας πως τα πράγματα έχουν κάποια στιγμή ένα τέλος (άδοξο) διαθέτουν όλα ή μέρος των οικονομικών τους πραγμάτων για κοινωνικούς, φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Και έχω υπ’ όψη μου (και το… διαφημίζω) το ζεύγος Γκέιτς (Η.Π.Α.), το πλουσιότερο ή από τα πλουσιότερα στον κόσμο, που δήλωσε πως θα διαθέσει το 95% της περιουσίας του για φιλανθρωπικούς σκοπούς και μπράβο τους!
Και σαν παρένθεση, στην περίπτωση του Γκέιτς, το επίσης σπουδαίο είναι πως ο ίδιος παρακολουθεί την προώθηση της, εκατομμυρίων δολαρίων, βοήθειάς του, προς τους αναξιοπαθούντες, γιατί στον δρόμο προς αυτούς τα… τρώνε οι... «φιλάνθρωποι» καπάτσοι.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να διαβεβαιώσουμε, βέβαια κατά την άποψή μας, τον αγαπητό Κώστα Γαβρά, πως η χωρίς αίμα, επανάσταση, που διακηρύσσει βρίσκεται εν ενεργεία, εν δράσει, με πρωταγωνιστές τον ίδιο, πολλούς καλλιτέχνες, λογίους επιστήμονες, πολιτικούς (Ομπάμα) προοδευτικούς πολίτες και ασφαλώς δεν θα σταματήσει, ποτέ γιατί πάντοτε θα καραδοκεί ο «εχθρός», το κακό!!
Τα παραπάνω, με τους προβληματισμούς του σπουδαίου Κώστα Γαβρά έχουν αναφορά μάλλον στην Δύση (όποιες χώρες αφορά η έννοια αυτή με βάση την ανάπτυξη).
Όμως έχουμε, όλοι το συνειδητοποιούμε, παγκοσμιοποίηση και συναντούμε, πλέον όλο και πιο έντονα, μπροστά μας και τα υπόλοιπα κομμάτια του πλανήτη μας, πέρα από την Ευρώπη, Αμερική, κ.λ.π. δηλαδή Αφρική, την Μέση Ανατολή, την Ασία, Κίνα που τα προβλήματα τους, τείνουν να γίνουν και δικά μας.
Εν προκειμένω θέλω να αναφέρω την περίπτωση του σημαντικού Έλληνα οικονομολόγου και ανθρώπου του αείμνηστου Άγγελου Αγγελόπουλου με διεθνή αναγνώριση και με απόψεις με διεθνές αντίκτυπο.
Ο Άγγελος Αγγελόπουλος ήταν θείος των δύο κομματιών σήμερα της αξιόλογης επιχειρηματικά οικογένειας των Αγγελοπουλέων.
Ο Άγγελος που για λόγους ανάδειξης του άνδρα, θα υπενθυμίσω πως υπήρξε ανήσυχο και προοδευτικό πνεύμα, μέλος της κυβέρνησης του βουνού στη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας μεταπολιτευτικά (1974-1978) έγκαιρα έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου προς τους Δυτικούς ιθύνοντες, για τον επικείμενο κίνδυνο από την κακοδαιμονία του, λεγόμενου τότε, Τρίτου κόσμου.
Πρότεινε στους Δυτικούς ηγέτες της εποχής να υποστηριχθούν οι χώρες αυτού του κόσμου ώστε να ξεκινήσει κάποια ανάπτυξη και με αριθμητικούς υπολογισμούς αποδείκνυε την ωφέλεια που θα υπήρχε και γι’ αυτούς.
Δεν εισακούστηκε! Ίσως να μην υπήρξε η 11 Σεπτεμβρίου 2001, ο Μπιν Λάντεν και η Αλ Κάιντα, οι Ταλιμπάν, οι πόλεμοι Ιράκ, Αφγανιστάν, η μετανάστευση στην Ευρώπη, στο βαθμό που υπάρχει σήμερα. Τώρα… τρέχουν και δεν προλαβαίνουν…
Η εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα στην προεδρία της Αμερικής, του παγκόσμια αναγνωριζόμενου σαν αξιόλογης προσωπικότητας (και από την επιτροπή απονομής του Νόμπελ Ειρήνης), η διαφαινόμενη υποχώρηση της παντοδυναμίας των ΗΠΑ και η ανάδειξη στο παγκόσμιο προσκήνιο της Κίνας, Ινδίας, Βραζιλίας κ.ά. χωρών και στη συνέχεια της μετατροπής της G8 των ηγετών του κόσμου σε 20, δηλαδή των συναντήσεων των ηγετών των πιο πολυπληθών και αναπτυγμένων χωρών, είναι μια εξέλιξη πολύ θετική που κατ’ αρχήν αποτρέπει πολεμικές γενικές συρράξεις.
Όμως τα οικονομικά προβλήματα που ταλανίζουν τις οικονομίες της Δύσης από την παγκόσμια κρίση αλλά και από την είσοδο των οικονομιών των αναπτυσσόμενων χωρών στο διεθνές προσκήνιο είναι αυτά που οδηγούν σε αδιέξοδο τις πολιτικές ηγεσίες και των χωρών της λεγόμενης Δύσης.
Βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν.
Και βέβαια και στην πραγματικότητα της αμοιβής με 500 Ευρώ στον εργαζόμενο στην πάλαι ποτέ ευημερούσα Ευρώπη. Έτσι φτάνει να επαναστατεί ο φιλειρηνικός και ανθρώπινος Κώστας Γαβράς. Όλοι (βασικά οι ηγέτες) περιμένουν την ανάκαμψη και για να φανούν ευχάριστοι στους λαούς τους.Προβλέψεις δεν μπορούν να κάμουν ακόμη και οι ειδικοί. Φυσικά δεν θα κάνω εγώ.
Θα ευχηθώ μόνο οι ηγέτες των μεγάλων βασικά χωρών, με λογική αλλά και ανθρωπιά να βρουν τις διεξόδους προς την ευημερία, αλλά και ειρήνη των λαών.
Και αυτών που και ο Αλλάχ έχει ξεχάσει!

Μπουλούκια

video

ΟΔΟΣ: Γιορτές

Είναι βέβαιο ότι η σημερινή ημέρα -παραμονή Χριστουγέννων- δεν είναι ο καταλληλότερος χρόνος για να αναμοχλεύονται τοπικά ζητήματα που ισοδυναμούν με πληγές ή έστω, με ταμπού. Πόσο μάλλον όταν οι πληγές αυτές, είναι χρόνιες. Ασφαλώς θα ήταν προτιμότερο να μην υπάρχουν άλλα, παρά μόνο ανώδυνα τοπικά θέματα, γεμάτα από το (σε ανεπάρκεια πλέον) περίφημο χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Το οποίο στην σύγχρονη εποχή έχει κάπου μπερδευτεί με τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό.

Όμως η «εορταστική» επικαιρότητα που ξεκινά από σήμερα και για την Καστοριά ολοκληρώνεται το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου, με τον παρά-πολιτιστικό καταιγισμό των καρναβαλιών, επιτρέπει την αξιοποίηση των (άφθονων) αφορμών κριτικής που προσφέρονται σε μια πόλη που είναι βυθισμένη στην παρακμή. Το δραματικά χαμηλό επίπεδο και στίγμα της οποίας, αποδεικνύεται συγκυριακά όχι μόνο από τον ξεπερασμένο, χωρίς έμπνευση πολυμεταχειρισμένο και μάλλον φθηνιάρικο χριστουγεννιάτικο διάκοσμο «ξεπέτα» της πόλης. Ούτε μόνο (και) από την σκανδαλώδη νέα μόδα της... καταβύθισης των υπερυψωμένων πεζοδρομίων, που υποβαθμίζονται μπροστά από συγκεκριμένες οικοδομές ως το επίπεδο του δρόμου, σε μήκος 2-3 μέτρων ώστε να μπορούν σταθμεύουν φαρδιά-πλατιά, και προπαντός προκλητικά, πάνω στο πεζοδρόμιο, -το οποίο και καταλαμβάνουν ολόκληρο- τα αυτοκίνητα των (προφανώς) «ημετέρων» του δημάρχου και των αντιδημάρχων. Όπως συνέβη πρόσφατα σε τμήμα του πεζοδρομίου της οδού Μητροπόλεως, γεγονός που σε κάθε άλλη πόλη, θα θεωρούνταν σκάνδαλο ολκής. Και θα προκαλούσε αν όχι παραιτήσεις, τουλάχιστον τον έλεγχο των μειοψηφών του δημοτικού συμβουλίου. Ούτε μόνο από την μελαγχολική θέα, των αυτόκλητων πρεσβευτών της Καστοριάς, που με το πρόσχημα της διαφήμισης του καρναβαλιού περιφέρονται σε ευθυμία ως τουριστικοί πράκτορες στην Αριστοτέλους και την Θεσσαλονίκη.

Ανεξάρτητα απ’ αυτά, βασική αφορμή του σημερινού σχολίου είναι μια απλή φωτογραφία σε αφίσα. Η οποία εν όψει των Χριστουγέννων και της «ελεύσεως» του πολυθρύλητου τουριστικού ρεύματος, προβάλλει και διαφημίζει το καρναβάλι της Καστοριάς. Παραμένει άγνωστο μέχρι στιγμής, αν η αφίσα θα προβληθεί κι’ αλλού εκτός από την πόλη, στην οποία -υποτίθεται- ότι το καρναβάλι είναι ήδη αρκετά γνωστό. Ή αν για την προβολή (και σύμφωνα με ορισμένους για την προσβολή) του εθίμου και της πόλης, θα αρκεστεί η δημοτική αρχή στην απογοητευτική ημερήσια εκδρομή των «παραδοσιακών» της Καστοριάς που πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη το περασμένο Σάββατο.
ια το καρναβάλι του 2010 η ΔηΠεΚα, επέλεξε λοιπόν μια φωτογραφία από το (λεηλατημένο και παραποιημένο) παρελθόν της πόλης: Η παλιά παρέα «Τα καλά παιδιά» της οποίας πολλά από τα μέλη της βρίσκονται πλέον σε κάποια ηλικία, με πλακάτ προβολής του «Καστοριανού καρναβαλιού», μπροστά από την εξέδρα της κριτικής επιτροπής. Η φωτογραφία (η οποία έχει δημοσιευθεί προ πολλών ετών στην ΟΔΟ, όπως και άλλες σχετικές με το καρναβάλι) αποτυπώνει φανερά τον ρομαντισμό και την ζωντάνια της μεταπολεμικής Καστοριάς. Μιας πόλης, που κοινωνικά και οικονομικά βρισκόταν ήδη σε τροχιά προόδου. Και αισιοδοξούσε, προσπαθώντας να συμβάλλει «στην διάδοση του εθίμου» όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται σε ένα από τα πλακάτ της εικόνας.

Η ειρωνεία της φωτογραφικής υπόθεσης είναι σύνθετη. Και η αντίφασή της με το σήμερα, ακόμη πιο ηχηρή. Όχι μόνο επειδή είναι προφανές και γνωστό ότι από πολλά χρόνια τώρα ο Δήμος Καστοριάς και η ΔηΠΕΚα προπαγανδίζουν ένα είδος μονόπλευρης, ή και ανακριβούς παραδοσιακότητας του καρναβαλιού, και γενικότερα της Καστοριάς. Η οποία παραμερίζει το ξεφάντωμα και την χαρά ως στοιχείο του εθίμου, περιορίζοντάς το στην βουκολικότητα και την οπισθοδρομικότητα. Ενώ παράλληλα «διευρύνει» την ιστορική Καστοριά και την χαμηλώνει ώστε να εξισωθεί με τον υπόλοιπο νομό.

Αλλά διότι (και) από την φωτογραφία, την οποία ο Δήμος Καστοριάς προβάλλει σε επίδειξη της παλαιότητας, και επομένως της συνέχειας των σημερινών «ραγκουτσαριών» της Καστοριάς, αποδεικνύονται πανηγυρικά μερικά απλά και οφθαλμοφανή πράγματα: Ότι ο κόσμος της παλιάς εποχής δεν μούγκριζε για να αποδείξει ότι καταλήφθηκε από την διονυσιακή έκσταση, ή το ελευσίνειο μένος. Και ότι τα παλιά χρόνια, όταν δημιουργούνταν αυτό που σήμερα καλείται «παράδοση» δεν υπήρχε ο όρος «ραγκουτσάρια».

Μάλιστα αυτή καθ’ εαυτή η λέξη, ήταν άγνωστη. Υπήρχε απλά το «Καστοριανό καρναβάλι». (Γι’ αυτό και στο πανό τα «καλά παιδιά» αναγράφουν «Ζήτω το Καστοριανό Καρναβάλι» και όχι «Ζήτω τα Ραγκουτσάρια».) Δεν υπήρχαν ούτε «ρογκάτορες», ούτε Διόνυσοι εκδοχής Βαρδαρικής, ούτε άρχοντες και άλλοι ξιπασμένοι στην οδό Τσιμισκή στην Θεσσαλονίκη. Συμπτωματικά, με την φωτογραφία αποδεικνύεται ότι υπήρχαν πάντοτε παρέλαση, διαγωνισμός και βραβεία. Και ότι επομένως, δεν έχουν δίκαιο οι σημερινοί, που έστω και παροδικά -για όσο καιρό ακόμη θα κουμαντάρουν, κατήργησαν την αθλοθέτηση της παρέλασης και τα βραβεία, στερώντας από το έθιμο το στοιχείο της δημιουργικής άμιλλας και της έμπνευσης.

Με δεδομένο ότι σπανίζουν οι ιστορικές πληροφορίες ή τα άλλα πραγματικά στοιχεία για το έθιμο κατά 19ο αιώνα ή και ακόμη πιο πριν, είναι πάντως φυσικό και λογικό, όποια παράδοση υπήρχε, σαν πιο παλιοί, τα «καλά παιδιά» της φωτογραφίας, να την γνώριζαν και να την αναβίωναν πιο αυθεντικά, καλλίτερα και πιο αντιπροσωπευτικά, από τους σημερινούς λαογράφους με τα βαριά αντεριά, (ή και αντεριοβγάλτες), τους αυτόκλητους ιστοριοδίφες, αναλυτές και άλλους προπαγανδιστές της συντηρητικότητας του καρναβαλιού.

Είναι γεγονός, ότι η ονομασία «ραγκουτσάρια» δεν βρίσκει αξιόπιστη πηγή στην τοπική ιστοριογραφία. Επιλέχθηκε επιπόλαια, αρκετά χρόνια μετά την μεταπολίτευση, συνειδητά από την άλλοτε δημοτική αρχή για να τεκμηριώσει την αρχαιότητα της καστοριανής παράδοσης. Καθώς και την βυζαντινοπρεπή αρχοντιά των τότε (εξ ου και η «βυζαντινή αρχόντισσα» και άλλα μελιστάλακτα). Η ακατάληπτη προφορά της άγνωστης λέξης δυσκόλεψε για πολλά χρόνια την προφορική χρήση.

Αν τελικά η ονομασία δεν αχρηστεύθηκε, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η επίκληση της λατινικής ρίζας του όρου εξευγένιζε την ασχήμια. Και ότι ο όρος, μπερδεύονταν με τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Άλλωστε η κακόηχη λέξη χρησιμοποιούνταν μόλις για 2-3 μέρες και μόνο για την… επιστημονική θωράκιση του copyright του καστοριανού καρναβαλιού. Αμέσως μετά, για ένα ολόκληρο χρόνο, απλά ξεχνιούνταν. Ακόμη, οι τότε καρναβαλιστές της δεκαετίας του ’70-’80, όταν επιβλήθηκε από την δημοτική αρχή ο όρος «ραγκουτσάρια», δεν τον είχαν υιοθετήσει, και ποτέ δεν τον αποδέχθηκαν. Ο όρος έφθασε να χρησιμοποιείται επιδεικτικά μόνο μπροστά σε τηλεοπτικές οθόνες, και πάνω από τα μικρόφωνα. Live, για το… «γινάτι» του πατρινού καρναβαλιού, θυμίζοντας την κόντρα Θεσσαλονίκης-Αθηνών.

Ώσπου, μια φορά και ένα καιρό, τα χρόνια πέρασαν και όπως συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα, τα καλά ξεχάστηκαν και για ένα μυστήριο λόγο επιβίωσαν πολλά από τα αρνητικά. Έτσι και στην Καστοριά, μαζί με το μπαξίσι, το ραχάτι και τα υπόλοιπα κόλλησε και η ρετσινιά των καρναβαλιών: Τα δήθεν ραγκουτσάρια. Κοντά σ’ αυτά προστέθηκε ο εκφυλισμός των παραδόσεων, των στολών, της μουσικής και η αλλοτρίωση. Με αποτέλεσμα ο αυθαίρετος νεωτερισμός να εξακολουθεί να προπαγανδίζεται ως παράδοση της πόλης. Όπως πλαστά πλασάρονται ως καστοριανές, διάφορες, αμφιβόλου προελεύσεως και σκοπιμότητας στολές στο Ενδυματολογικό Μουσείο ως παραδοσιακές της πόλης της Καστοριάς. Ενώ είναι προφανές ότι είναι εισαγωγής από την περιφέρεια. Και όχι μόνο.

Εν όψει (και αυτής) της φωτογραφίας με την έντονη αντίφαση, που υπογραμμίζει την αλήθεια όσο και χίλιες λέξεις, αλλά και του γεγονότος ότι ο όρος «ραγκουτσάρια» δεν αγαπήθηκε και δεν ενσωματώθηκε στην καστοριανή παράδοση, και επομένως απέτυχε, μήπως θα ήταν μια καλή αφορμή και ευκαιρία, να αρχίσει η σωτηρία του καρναβαλιού της Καστοριάς, που πλήττεται και παρακμάζει, συζητώντας επιτέλους ανοικτά και ειλικρινά για την προέλευση, το περιεχόμενο, και τον χαρακτήρα του;

Wolfgang Borchert: Χιόνι, πολύ χιόνι.

μετάφραση ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ
Καστοριά

Χιόνι σκέπαζε τα κλαδιά. Ο πολυβολητής τραγουδούσε. Στεκόταν σε ένα ρώσικο δάσος σε πολύ προχωρημένη σκοπιά. Τραγουδούσε χριστουγεννιάτικα τραγούδια, παρόλο που ήταν αρχές του Φλεβάρη. Αλλά έτσι του ερχόταν, επειδή το χιόνι είχε φτάσει το ένα μέτρο. Χιόνι ανάμεσα στους μαύρους κορμούς. Χιόνι στα πρασινόμαυρα κλωνάρια. Στα κλαδιά κρεμόταν προς τα κάτω, το έπαιρνε ο αέρας και το έριχνε πάνω στους θάμνους, βαμβάκι απαλό, το εκσφενδόνιζε στους μαύρους κορμούς. Χιόνι, πολύ χιόνι. Και ο πολυβολητής τραγουδούσε χριστουγεννιάτικα τραγούδια, αν και είχε μπει ήδη ο Φλεβάρης.

Κάπου-κάπου πρέπει να ρίχνεις και κανέναν πυροβολισμό. Αλλιώς θα παγώσει το μηχάνημα. Απλά ρίξε στα σκοτεινά, κατευθείαν μπροστά σου. Για να μην παγώσει. Ρίχνουμε εκεί, στους θάμνους. Ναι, εκείνους εκεί, τότε ξέρεις αμέσως ότι δεν κρύβεται κανείς εκεί. Και αυτό σε ηρεμεί. Μπορείς να ρίχνεις με την ησυχία σου, μια βολή κάθε τέταρτο. Έτσι ηρεμείς. Αλλιώς θα παγώσει το μηχάνημα. Και δεν είναι και τόση απόλυτη ησυχία, όταν κάπου-κάπου πυροβολείς. Αυτά του τα είχε πει εκείνος που αντικατέστησε. Και επίσης: Πρέπει να βγάλεις τα καλύμματα από τα αυτιά. Εντολή της διοίκησης. Στη σκοπιά πρέπει να βγάζουμε τα καλύμματα των αυτιών. Γιατί διαφορετικά δεν ακούς τίποτα. Είναι διαταγή. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ακούγεται τίποτα. Απόλυτη ησυχία. Ούτε κιχ. Ολόκληρες εβδομάδες. Ούτε κιχ. Ε, τότε ρίχνεις μια κάπου-κάπου. Αυτό σε ηρεμεί.

Το είχε πει εκείνος. Και έπειτα ήταν ολομόναχος. Έβγαλε τα καλύμματα από τα αυτιά και το κρύο τα διαπέρασε μέχρι μέσα. Ήταν ολομόναχος. Και το χιόνι λύγιζε τα κλαδιά. Κολλούσε στους σκουρόχρωμους κορμούς. Συσσωρευόταν πάνω στα χαμόκλαδα. Υψωνόταν σαν πύργος, έπεφτε πάνω σε κοιλώματα και το σάρωνε ο αγέρας. Χιόνι, πολύ χιόνι.
Και το χιόνι που επάνω του στεκόταν έκανε τον κίνδυνο αθόρυβο. Και ήταν τόσο απόμακρα. Και μπορούσε νάναι κιόλας πίσω του. Τον έκρυβε σιωπηρά. Και το χιόνι που πάνω του στεκόταν, που στεκόταν ολομόναχος μέσα στη νύχτα, για πρώτη φορά στεκόταν ολομόναχος, έκρυβε καλά τα βήματα όποιου πλησίαζε. Τα έκανε να χάνονται στο βάθος. Τα έκρυβε σιωπηρά, γιατί γίνονταν όλα τόσο αθόρυβα, που ένιωθες το αίμα να βουίζει στα αυτιά σου, τόσο δυνατά, ώστε δεν μπορούσες πια να του ξεφύγεις. Έτσι, σιωπηλά,τα έκρυβε το χιόνι.

Και τότε ακούστηκε ο αναστεναγμός. Αριστερά. Μπροστά. Έπειτα δεξιά. Πάλι αριστερά. Και ξάφνου πίσω. Του πολυβολητή του κόπηκε η ανάσα. Να, πάλι. Ο αναστεναγμός. Το βουητό στ` αυτιά του έγινε ανυπόφορο. Και πάλι ο αναστεναγμός. Σήκωσε ψηλά το γιακά της χλαίνης. Τα δάχτυλα σέρνονταν, έτρεμαν. Έσυραν ψηλά το γιακά , τόσο που να μη σκεπάσει τα αυτιά. Να. Ο αναστεναγμός. Ο ιδρώτας παγωμένος γλίστρησε από το κράνος και πάγωσε στο μέτωπο. Εκεί έμεινε παγωμένος. Είχε θερμοκρασία σαράντα δύο βαθμούς κάτω από το μηδέν. Και ο ιδρώτας γλιστρούσε από το κράνος και πάγωνε. Ο αναστεναγμός. Πίσω. Και δεξιά. Στο βάθος μπροστά. Μετά εδώ. Εκεί. Κι εκεί τώρα.

Ο πολυβολητής βρισκόταν στο ρώσικο δάσος. Τα κλαδιά τα σκέπαζε το χιόνι. Και το αίμα βούιζε σαν τρελό στ` αυτιά του. Και ο ιδρώτας πάγωνε στο μέτωπο. Και ο ιδρώτας έτρεχε κάτω από το κράνος. Γιατί ακουγόταν ένας αναστεναγμός. Κάτι αναστέναζε. Ή κάποιος. Το χιόνι τον κάλυπτε. Γι αυτό και πάγωνε ο ιδρώτας στο μέτωπο. Γιατί ο φόβος στα αυτιά όλο και μεγάλωνε. Επειδή ακουγόταν ένας αναστεναγμός.
Και τότε ξανάρχισε το τραγούδι. Τραγουδούσε δυνατά, έτσι που να μην ακούει πια τον φόβο. Ούτε και τον αναστεναγμό. Και για να μην παγώνει πια ο ιδρώτας. Τραγουδούσε. Και δεν άκουγε πια το φόβο. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια έλεγε, και δεν άκουγε πια τον αναστεναγμό. Τραγουδούσε δυνατά χριστουγεννιάτικα τραγούδια μέσα στο ρώσικο δάσος. Γιατί το χιόνι σκέπαζε τα σκουρόχρωμα κλαδιά στο ρώσικο δάσος. Πολύ χιόνι.

Αλλά τότε έσπασε ξάφνου ένα κλωνάρι. Και ο πολυβολητής σώπασε. Κι έκανε μια στροφή. Και έβγαλε το πιστόλι. Και νάσου προβάλει μέσα από το χιόνι ο λοχίας και προχωρεί με μεγάλες δρασκελιές προς το μέρος του.
Τώρα θα με σκοτώσουν, σκέφτηκε ο πολυβολητής. Τραγουδούσα την ώρα της σκοπιάς. Και τώρα θα με σκοτώσουν. Έρχεται κιόλας ο λοχίας. Και τι γρήγορα που βαδίζει. Τραγουδούσα στην σκοπιά και τώρα έρχονται να με σκοτώσουν.
Και κράτησε σφιχτά το πιστόλι στο χέρι.
Έφτασε ο λοχίας. Και κρατήθηκε πάνω του. Και κοίταξε γύρω του. Και αναπήδησε. Και μετά είπε με κομμένη την ανάσα:

Θεέ μου, κράτα με, μανούλα μου. Θεέ μου! Θεέ μου! Και έβαλε τα γέλια. Τίναξε τα χέρια. Και γελούσε: Ακούγονται χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια σ` αυτό το καταραμένο ρώσικο δάσος. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Φλεβάρης δεν είναι; Και βέβαια έχουμε Φλεβάρη. Κι ακούμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Σίγουρα είναι εξαιτίας της τρομερής ησυχίας. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια! Αχ, Θεέ μου! Αχ, μανούλα μου, κράτα με γερά. Για σταμάτα. Να! Όχι. Τώρα σταμάτησαν. Μην γελάς, είπε ο λοχίας και συνέχισε να βαριανασαίνει και κρατούσε σφιχτά τον πολυβολητή, μην γελάς κι εσύ. Είναι εξαιτίας της ησυχίας. Εβδομάδες ολόκληρες αυτή η ησυχία. Ούτε κιχ! Τίποτα! Ε, τότε ακούς χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Και να φανταστείς ότι μπήκαμε στον Φλεβάρη. Όμως, οφείλεται στο χιόνι. Έχει τόσο πολύ εδώ. Μην γελάς, σου λέω. Σε τρελαίνει, άκου που σου λέω. Είσαι εδώ μόνο δύο μέρες. Εμείς όμως έχουμε κολλήσει εδώ, εβδομάδες ολόκληρες. Ούτε ένα κιχ. Τίποτα. Σε τρελαίνει. Συνέχεια απόλυτη σιωπή. Ούτε κιχ. Εβδομάδες ολόκληρες. Φυσικό είναι να ακούς τότε χριστουγεννιάτικα τραγούδια, φίλε μου. Μην γελάς. Μόνον όταν σε είδα σταμάτησαν ξαφνικά. Θεέ μου. Σε τρελαίνει. Αυτή η αιώνια σιωπή. Αιώνια σιωπή!

Ο λοχίας ακόμη βαριανάσαινε. Και γελούσε. Και τον κρατούσε γερά. Και ο πολυβολητής τον στήριζε επάνω του. Και μετά γελάσανε και οι δυο. Στο ρώσικο δάσος. Τον Φλεβάρη.
Καμιά φορά λύγιζε κανένα κλαδάκι από το χιόνι. Και αυτό γλιστρούσε ανάμεσα στα σκουρόχρωμα κλωνάρια και έπεφτε στο έδαφος. Και αναστέναζε κάπως. Πολύ, πολύ αμυδρά. Μια μπροστά. Αριστερά. Πότε εδώ. Κι εκεί επίσης. Παντού ένας αναστεναγμός. Γιατί το χιόνι σκέπαζε τα κλαδιά. Πολύ, πολύ χιόνι.

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Παλαιών ημερών Ανάμνησις

Με λαμπυρίσματα γυαλιού, με τη σιγή τραγουδούσε το χιόνι.
Γ. Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄

Έκαμε τη σπουδαιότερη δουλειά στο σκηνικό ο ποιητής. Το ‘χω ακούσει το τραγούδι του χιονιού μέσα στη νύχτα. Σαν ανασαμός γυναίκας, πάπλωμα που τραβιέται από την επαφή του σώματος διωγμένο από όνειρα τρικυμιώδη και ιδρωμένα, ψιθύρισμα ερωτικό στο καταχείμωνο μέσα. Κι ο ζαχαρένιος ο πάλλευκος κόσμος να σου παραδίνεται το πρωί ολοκαίνουργιος εις αναψυχήν και δρόσον καθαρμού. Θέλω να κάμω πιο λαμπερή τη γιορτή και στήνω το σκηνικό με σπουδή.
Δεν ξέχασα λοιπόν να απλώσω το άμωμο χιόνι. Χριστούγεννα, πώς χωρίς;
Ας έλθουν τώρα ζωή και φασαρία. Κίνηση και βιάση στα σοκάκια και την πλατεία. Αδιάκοπο πηγαινέλα μεγάλων και μικρών, ανδρών και γυναικών η δράση. Γρήγορες ανάσες, αναπνοές φανερές μικρά εργοστάσια που εξαχνώνουν μικροσκοπικά νέφη στο κρύο. Οι ροδομάγουλοι άνθρωποι, κόκκινες μύτες και αυτιά. Ας σκορπίσουμε και τη μυρωδιά του καμένου ξύλου ολόγυρα. Σταφίδες στις τσέπες. Κάστανα στη φωτιά. Κι ένα σιωπηλό μαγκάλι αναμμένο στη σάλα. Κυδώνια και μανταρίνια στο αργυρένιο τάσι το προικώον. Το καλό τραπεζομάντιλο το πορφυρό απλωμένο με φροντίδα στο τραπέζι και πρώτη φορά τόσα γλυκά να περιδιαβαίνουν τα χείλη. Σαραγλιά, μελομακάρονα και κουραμπιέδες στην τιμητική τους.
Ένα αζευγάρωτο κοτσύφι βάζει τελείες και σημαίνει παύσεις με το μαύρο του κορμάκι πάνω στο απέραντο λευκό.
Υπάρχουν και οι ζημιωμένοι της γιορτής. Οι επιμελώς πεπαχυμένοι όλη τη χρονιά χοίροι που οδηγούνται στον τόπο του μαρτυρίου τους εν χορδαίς, τυμπάνοις και αλλαλαγμοίς. Τα ζώα αντιστέκονται εμφρόνως στη σφαγή και η σπαρακτική τους φωνή απλώνεται σαν άγγελμα λύπης ολόγυρα. Πνιχτή στο τέλος η κραυγή και αιμάτινος ρόγχος. Ακινησία. Σιωπή.
Το χιόνι τώρα κόκκινο.

Προσωρινή η λύπη. Τα σπλάγχνα αχνίζουν κι η καρδιά ακόμα να πάλλεται ενώ έχουν όλα τελειώσει. Στο στόμα του μικρότερου της παρέας μακάβριο μπαίγνιο τώρα εκπτύσσεται και φουσκώνει. Ένα ζωντανό μπαλόνι -η ουροδόχος κύστη του ζώου- βρίσκει το δικό της δρόμο στην ψυχαγώγηση του ακούραστου παιδικού όχλου. Το κρέας κομματιάζεται. Λάβετε, φάγετε. Τσιγαρίδες, τηγανιές, λουκάνικα, λίγδες, καβουρμάδες. Θ’ ακολουθήσει κι η γουρουνοχαρά. Το αληθινό διεμοιράσαντο χριστουγεννιάτικα. Όλοι του σπιτιού, γείτονες, φίλοι και συγγενείς θα έρθουν. Οι άνθρωποι θα ζαλιστούν με μπρούσκο και θα μεθύσουν, θα χαρούν και θα φιλιώσουν, θα τραγουδήσουν και θα χορέψουν. Η γιορτή εισχωρεί διαβρωτικά εντός τους και μαλακώνει το τραχύ μάρμαρο της ψυχής μέσα στην πλέον βουκολική και απελέκητη φύση.
Βλέπω τον μπακάλη.
Έχει βαρεθεί να μουντζουρώνει και να σβήνει χρέη στο μπακαλοτέφτερο. Τραβάει που και που γραμμές κόκκινες για να ζητήσει από αύριο κιόλας τα χρωστούμενα από τους ασυνεπείς. «Γράφ’ τα» ή «Σβήσ’ τα». Όπως κι αν ακούγονταν, σ’ όποιον τόνο κι αν ξεστομίζονταν έμοιαζε να ‘χουν το ίδιο βάρος, την ίδια αριστοκρατική αξιοπρέπεια και αρχοντιά. «Το πρόσωπο είναι σπαθί», «ο λόγος μου συμβόλαιο…» και τα τοιαύτα.
Τώρα αποτραβιέται σε μιαν άκρη στο μαγαζί. Έχει στήσει ένα πρόχειρο πάγκο στο μισοσκόταδο και καταπιάνεται να καρφώνει τους ημεροδείκτες σε μια χαρτονένια εικόνα. Θυμόσαστε, εκείνους τους ημεροδείκτες που καθώς αφαιρούσες το χαρτάκι της προηγούμενης μέρας διάβαζες στο πίσω μέρος της μικρής σελίδας και το στιχάκι για την σημερινή που έτρεχε:

Ρώτα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
κι όλα θα σου στο πούνε
σαν τον δικό μου έρωτα
για σένα δε θα ιδούνε

Και μη θαρρείτε πολλά πολλά, για κάτι ταπεινές από χαρτόνι έγχρωμες εικόνες ο λόγος, άλλοτε με αγίους καβαλάρηδες που σκοτώνουν το δράκο, την Παναγιά βρεφοκρατούσα κι άλλοτε ανύπαρκτα τοπία με έλατα και λίμνες, βουνοκορφές χιονοστεφείς και προ πάντων καράβια που παραδέρνουν όρθια στις τρικυμίες. Αυτά οι εικονογραφήσεις των χαρτονιών. Με δύο πρόκες στο πίσω μέρος τους στερεώνεται ο ημεροδείκτης. Πάνω και δεξιά στην εικόνα με πλάγια καλλιγραφικά: «Αφιερούται εις την ευγενή μας πελατείαν. Χρόνια πολλά και ευτυχές το νέον έτος 196…».
Η ευγενής πελατεία είναι όσοι μετά τις αγορές διατάζουν σχεδόν: «Γράφ’ τα» και προτείνουν το τεφτέρι να σημειωθεί ένα κιλό ζάχαρη, μισό κιλό ρύζι καρολίνα, μια Φυτίνη… Στο τέλος… το πιστωτικό υπόλοιπο. Φανερό και ξεκάθαρο. Μικρό ή μεγάλο, θέμα και πρόβλημα του καθενός να το τακτοποιήσει.
Ετούτος ο μπακάλης συναναστρέφεται την απορία του κόσμου με κάθε της σημασία και έκταση. Δεν την εκμεταλλεύεται. Το μόνο σκληρό που θα πράξει είναι να κόψει το βερεσέ σαν το πράγμα παραγίνει και να μη ξαναδώσει σε αφερέγγυους. Δεν άκουσα όμως καμιά φορά να προκύψουν φασαρίες ή προβλήματα με τα τεφτέρια. Και για την υπόληψή σου στο μπακάλικο λάβαινες γνώση όταν σου προσφερόταν ένα από αυτά τα ημερολόγια παραμονές Χριστουγέννων- μέρος του τελετουργικού και σημειολογία της εποχής εκείνης.

Κι ύστερα κύλησαν τα χρόνια. Οι άνθρωποι μεγάλωσαν πλούτισαν, ταξίδεψαν, μετοίκησαν στις μεγάλες πόλεις. Και φτώχυναν πολύ σαν πλούτισαν παραπάνω. Και γέρασαν αληθινά μεγαλώνοντας. Κι από τα κυπαρίσσια της νιότης τους απόμειναν κάτι θάμνοι ανοικοκύρευτοι και άγονα χώματα όλο τριβόλια και πέτρες. Το φαινόμενο εκλήθη πρόοδος…
………………………………………
………………………………………

Θέλω το επόμενο σκηνικό να λαβαίνει χώρα παραμονές Χριστουγέννων και πάλι. Ο άνθρωπός μας κάθεται κατάμονος και γαλήνιος, σαν χαμένος, όπως όλοι οι απελπισμένοι και μόνοι. Απερίσκεπτες κινήσεις και βουλές του συρμού τον ανάγκασαν να στέκεται ν’ ακούει τώρα από το τηλέφωνο τον εξάψαλμο της «εισπρακτικής εταιρείας εξόφλησης χρεών»:
«Άκου να δεις (τον στολίζει γενναία η άλλη πλευρά του σύρματος) μπήξα, δήξα, αποτέτοιε… Αν αύριο μεθαύριο το πολύ δεν τακτοποιηθεί το θέμα θα σου κόψουμε τ’ αχαμνά. Ξόφλησες καημένε…»
Δηλαδή πώς «ξόφλησε» τόσα χρέη;
Θυμήθηκε τα σφαχτάρια των Χριστουγέννων. Ένα βήμα πριν από το σφάγιο κι η δική του ζωή, έτσι όπως την κατάντησε το έρμο το δάνειο που να μην έσωνε. Βυθίζεται στα μαύρα σύννεφα του άδικου πνεύματος των εορτών. Πάνε όλα…

Κι έρχεται τότε αίφνης ξανά κείνο το μοναχικό κοτσύφι χοροπηδώντας στο χιόνι και με το κεχριμπαράκι του ραμφίζει το δράμα της στιγμής και σπάζει τον θανατηφόρο πάγο. Αποκαλύπτεται το μεγαλείο των παλαιών ημερών και με μιας -allegro ma non tropo- ακούγεται πανταχόθεν Κόλιαντα μπάμπου μ’ κόλιαντα κι ‘μένα κουλιαντίνα, δηλαδή Merry Christmas αγαπητοί μου όπως θα λέγαμε και «εις την Ευρώπην» των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (μα που λέγεται των… εικοσιεπτά!!!)...

Θεσσαλονίκη 7.12.2008
(ξανακοιταγμένο τον Νοέμβρη 2009)

Το παραπάνω κείμενο, που δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στον «Αγγελιοφόρο της Κυριακής» στις 28.12.2008, αφιερώνεται στην οικογένεια Παπαστεργίου στο Βογατσικό καθώς η τέταρτη γενεά της εξακολουθεί να διατηρεί το «Παντοπωλείον» (άλλοτε και πρακτορείον εφημερίδων και περιοδικών) ανθιστάμενη στο πνεύμα και το νεύμα των καιρών.

ΒΑΣΙΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Χριστούγεννα του εννιά

Ο Γιάννης έχει ένα παράξενο σφίξιμο. Έρχονται μέρες γιορτινές. Και στις γιορτές παθαίνει την πλάκα του. Τις βιώνει με τον δικό του παράξενο τρόπο. Έχει από μικρό παιδί ένα παράξενο αίσθημα. Κάθε χρόνο τα ίδια, σιγοψιθύριζε «ή να έλθουν γρήγορα ή να μην έλθουν καθόλου», επαναλάμβανε μονότονα στην μητέρα του. H προσμονή τον σκότωνε. Ήταν και αυτά τα γλυκά, οι κουραμπιέδες, οι ευωδιαστές μυρουδιές, οι προετοιμασίες που δεν τον άφηναν ήσυχο. «Είναι καλά, αλλά αργούν, αργούν πολύ και όταν έρχονται ποτέ δεν είναι έτσι όσο τα φαντάζεται κάποιος. Απομυθοποιούνται στην πράξη, ενώ θεοποιούνται στην προσμονή», έλεγε μονολογώντας. Ύστερα είχε κάθε χρόνο το μπούκωμα. Αυτό το στρίμωγμα των συναισθημάτων, ένας ορμητικός ποταμός αναμνήσεων, αισθημάτων, η λαχτάρας για τις γιορτινές μέρες, που καθόταν πεισματικά μέσα στο στήθος του, λες και είχαν κόλλα, λες και είχαν φωλιά. «Άστο δεν θα το ξεπεράσω μονολογούσε. Αλλά από την άλλη αν το ξεπεράσω και δεν αισθάνομαι τίποτα! Καλύτερα θα είναι; Θα ζήσω λοιπόν μ ΄ αυτό».

Φέτος όμως νοιώθει κάτι άλλο. Δεν ξέρει τι. Αλλά είναι κάτι άλλο, σίγουρα όμως χειρότερο. Κάτι τον βασανίζει. Αποφεύγει να σκεφτεί για τις γιορτές. Φέτος ήταν και η απώλεια του ψαρά, που θα λείψει από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, η βαριά αρρώστια της νοικοκυράς. Παλεύει με την σκέψη του την αποτρέπει, θέλει να κάνει ένα άλμα στον χρόνο, να πάει παρακάτω ξεπερνώντας τις φετινές γιορτές. Μάλλον τις φοβάται. Θυμάται και αναπολεί τις όμορφες στιγμές στην πόλη του. Μία πόλη γεμάτη ζωή, γεμάτη όνειρα, που συγκέντρωνε τρέλα και χαρά όλων των κατοίκων της πόλης και των γύρω περιοχών. Και κυρίως αισιοδοξία για το αύριο. Νέοι, πολλοί νέοι, βουητό από εργάτες, εστιατόρια γεμάτα, χαρούμενα πρόσωπα. Στην αγορά αυτές τις ημέρες άνθρωποι βιαστικοί έτρεχαν να τα προλάβουν όλα, να ψωνίσουν γρήγορα να πάνε στην δουλειά. Συναγωνισμός για δώρα, γεμάτα πορτοφόλια αλλά το κυριότερο καμία ανησυχία για αύριο. Θυμάται ένα βράδυ σε μια παρτίδα χαρακίρι ο Παυλάρας τα έχασε όλα στα χαρτιά. «Δεν χάθηκε τίποτα φώναζε. Θα τα ξαναβγάλω. Μην στεναχωριέσαι φιλαράκι μου η ζωή είναι μπροστά». Ο Γιάννης απορούσε. «Τόσο μεγάλο ποσόν και θα τα ξαναβγάλει», μονολογούσε. «Μιας χρονιάς οικονομίες. Άκου! Μιας χρονιάς λεφτά σε μία βραδιά». Κι όμως πίστευε ότι θα τα αντικαταστήσει, όπως και το έκανε.

Τις γιορτές τα εργαστήρια γιόρταζαν, έφερναν ορχήστρες για το κλείσιμο της χρονιάς. Και δώστου χορούς και φαγοπότι, κρασί, λουκάνικα, φαγητά. Χωρατά, γέλια, πειράγματα. Και αυτά πριν δύο-τρεις δεκαετίες. Χαλαρότητα χωρίς πολύπλοκες συζητήσεις, στρογγυλεμένες απόψεις. Κανείς δεν ήθελε να χαλάσει την χαρά των ημερών. Έτσι βίωσε την πόλη του, έτσι τη ήθελε και σήμερα. Όμως σήμερα άκουσε στο ραδιόφωνο ότι οι συμπολίτες του πηγαίνουν από την μία υπηρεσία στην άλλη για ένα μικρό επίδομα, ότι οι τράπεζες δεν χορηγούν άλλα δάνεια στις επιχειρήσεις, ότι οι άνεργοι δεν θα πάρουν επίδομα, ότι στον ΟΑΕΔ γίνεται χαμός, ότι η αγαπημένη του ομάδα διαλύθηκε, ότι, ότι… Και το χειρότερο απ’ όλα μια αλληλοϋπονόμευση, αλληλοκατηγορία χωρίς όρια, χωρίς τελειωμό. Ο Γιάννης στεναχωριόταν που δεν άκουγε καλό λόγο για κανένα. Ο συνηθισμένος τρόπος ήταν το θάψιμο των πάντων, ο μηδενισμός. «Φτάνει πια» αναφώνησε μια μέρα, και έκλεισε το ραδιόφωνο. Φτάνει. Η σημερινή μορφή της πόλης του είναι πιο όμορφη, πιο περιποιημένη. Έπεσαν χρήματα, φτιάχτηκαν δρόμοι, συγυρίστηκε. Άλλαξε. Ομόρφυνε, γιατί όμως είναι μαραμένη; Γιατί είναι όμως μελαγχολική; Γιατί είναι τόσο γκρινιάρα; Ποιος πονά αυτή την πόλη. Ποιος την αγαπά, ποιος την νοιάζεται; Σίγουρα υπάρχουν αλλά είναι κρυμμένοι, τρομοκρατημένοι. Στο προσκήνιο πάντα οι μηδενιστές οι κακοπροαίρετοι και δώστου κάθε μέρα. «Μπα αναφώνησε μάλλον εγώ τα βλέπω έτσι. Είναι και η ηλικία! Πέρασαν τα χρόνια». Αλλά και τούτη εδώ η εξήγηση δεν, δεν τον κάλυπτε. Ξεκινούσε την μέρα του χαρούμενος πιστεύοντας ότι σήμερα θα είναι καλύτερα, το βράδυ γυρνούσε απογοητευμένος. Τι να τους κάνω και εγώ μονολογούσε, τι να μου κάνουν και αυτοί. Ήλθαν τα πάνω κάτω. Αυτή η πόλη δεν έχει πια κέφι, δεν έχει νεύρο. Ούτε δύναμη. Άλλαξε. Σκεφτόταν μήπως είναι καλύτερα να μην τους συναντά πια. Αφού χόρτασαν από κάποιους με παχιά λόγια, δεν θέλουν να ακούσουν κανένα. Είναι και ότι ο μέσος όρος ηλικίας της πόλης που ανέβηκε εφιαλτικά. Οι δρόμοι έχουν ελάχιστους νέους δεν φαίνονται εργάτες, η πόλη το πρωί φαίνεται έρημη. Και σκυθρωπή. Και αμήχανη. Ο Γιάννης ώρες-ώρες ένοιωθε ότι κανένας δεν μπορούσε να κάνει κάτι. «Λείπει ο οδηγός» μονολογούσε, «ο οραματιστής, ο άνθρωπος που θα τραβήξει μπροστά. Να τον ακολουθήσουμε γιατί τον πιστεύουμε. Αυτή η πόλη πρέπει να βρει τον ρυθμό της. Κάπου έχει μέσα της δυνάμεις. Δεν μπορεί να χάθηκαν όλα». Θυμήθηκε τον μπαρμπα-Γώργο που έλεγε «εκεί που ήταν κάποτε πηγή, κάποια μέρα θα ξαναστάξει». «Δεν μπορεί», έλεγε και ξανάλεγε, «δεν μπορεί πάλι θα ξαναστάξει».

Ο Γιάννης ήταν και είναι αισιόδοξος. Το ποτήρι και με ελάχιστο νερό το βλέπει γεμάτο. Άρχισε να σκέφτεται αισιόδοξα, τα καλά σχόλια των ξένων για την πόλη του, την επίσκεψη τόσων ξένων στην περίοδο των γιορτών. Το έκανε αυτό πάντα από αντίδραση. Δεν μπορούσε την μιζέρια την κακομοιριά, έψαχνε πάντοτε θετικές σκέψεις. «Τουλάχιστο να ισοφαρίζουμε τα θετικά με τα αρνητικά» έλεγε, «να μην χάσουμε είναι το λιγότερο. Να μην χάσουμε, γιατί το να κερδίσουμε σχεδόν το έχουμε ξεχάσει. Αυτή η πόλη βγάζει μόνο αμυντικούς πια», έλεγε χρησιμοποιώντας τον αγαπημένο του παραλληλισμό με το ποδόσφαιρο. «Σέντερ φόρ για να βάζει γκολ πότε θα δούμε;’’
Ο Γιάννης προβληματίζεται , όπως όλοι με τις σκέψεις του. Τα Χριστούγεννα είναι κάτι ιδιαίτερο γι αυτόν όπως προαναφέραμε. Ποιά Χριστούγεννα όμως; Σε κάποια στιγμή επηρεασμένος από την συζήτηση για τις φετινές γιορτές , μ΄ έναν φίλο του σιγοψιθύρισε, «Χριστούγεννα, Χριστούγεννα του εβδομήντα εννιά» Ο φίλος τον σκούντηξε. Μ΄ έχεις ζαλίσει μια εβδομήντα εννιά, μια ογδόντα εννιά, μόνο που είναι Χριστούγεννα του δυο χιλιάδες εννιά. Σύνελθε. Είχε δίκιο. Είναι Χριστούγεννα του δύο χιλιάδες εννιά.

Καλή χρονιά!

video

Barcarolle: Belle nuit, ô nuit d'amour
Jacques Offenbach: Les Contes d'Hoffmann
Elīna Garanča & Anna Netrebko

Πρόσωπα 2009



ΠΡΟΣΩΠΑ 2009


ΟΔΟΣ
αρ. φύλλου 523
31.12.2009 - 1.1.2010

ΣΩΤΗΡΗ ΡΑΠΤΗ: Σημαίες κατεβασμένες

Πρέπει να υφίσταται το πανεπιστημιακό άσυλο σε μία Δημοκρατία; Ο νόμος, επιβάλλεται ενιαία και χωρίς εξαιρέσεις; Η Αστυνομία έχει πρόσβαση παντού ή όχι; Και αν όχι, εκεί που δεν μπορεί να παρέμβει, ποιος επιβάλλει το νόμο;

Πριν τα προβοκατόρικα ερωτήματα, προηγούνται δύο άλλα. Ένα θεσμικό και ένα πολιτικό. Ο νόμος εφαρμόζεται μόνο όταν απονέμει δικαιώματα στους πολλούς; Και δεύτερον, ο νόμος, δηλαδή το Σύνταγμα είναι μία πολιτική εφεύρεση που ευνοεί τους λίγους ή τους πολλούς;

Αρχίζοντας από το πολιτικό ερώτημα, γιατί δίχως πολιτική οι θεσμοί ξεθωριάζουν, φθείρονται, αποδυναμώνονται και γελοιοποιούνται, το Σύνταγμα εξ ορισμού δεν ευνοεί ούτε τους λίγους ούτε τους πολλούς. Προστατεύει τους πάντες απέναντι στην αυθαιρεσία οποιουδήποτε τυχόν βρεθεί με δύναμη επιβολής.

Δεν προστατεύει εξ ορισμού τους δυνατούς, ούτε τους αδύναμους. Διότι σε μία δημοκρατική κοινωνία, δυνατοί και αδύναμοι μπορεί και να εναλλάσσονται. Εξ αποτελέσματος, προστατεύει τους περισσότερο αδύναμους της συγκυρίας από την αυθαιρεσία. Δεν τους εγγυάται τη ζωή στον παράδεισο. Τους εγγυάται ότι μπορούν να υπερασπιστούν τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σκέψης τους και την αξιοπρέπεια τους. Με μία λέξη τις επιλογές τους.

Καταλήγοντας στο θεσμικό ερώτημα, σε ένα κράτος δικαίου, ο νόμος εφαρμόζεται ενιαία. Και όταν είναι δίκαιος και όταν είναι άδικος. Ειδάλλως, περισσότερο και από άδικος, είναι αυθαίρετος.

Όταν είναι άδικος, χτυπιέται με τα μέσα που απονέμει η Δημοκρατία. Εάν ξεστρατίσουμε από τη νομιμότητα για να πολεμήσουμε το άδικο, ανοίγουμε την κερκόπορτα για την αυθαιρεσία. Για την επιβολή του δικαίου του κατά τη συγκυρία πιο δυνατού.

Η Δημοκρατία δεν εγγυάται την επικράτηση του δικαίου. Θεσμοθετεί, όμως, μία διαδικασία για να το επινοούμε κάθε φορά. Μία διαδικασία η οποία είναι οργανωμένη και ακριβώς επειδή είναι οργανωμένη περιορίζει τους δυνατούς και αφήνει χώρο θεσμικό και πολιτικό να ακουστούν περισσότερες φωνές.

Η ελληνική σημαία που κυματίζει στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών αυτό ακριβώς συμβολίζει. Τους αγώνες που κατέληξαν στη Δημοκρατία σε αυτόν τον τόπο και την ελευθερία των πολιτών να διεκδικούν και να παλεύουν για ό,τι θεωρούν δίκαιο. Τη νομιμότητα.

Τα παιδιά που την κατέβασαν, εκνευρίζονται από αυτή. Γιατί η ελευθερία είναι τόσο επιθυμητή όσο ύπουλη. Δεν είναι εύκολη στο να κατασκευάζει βολικούς εχθρούς. Σε πετάει σε έναν ωκεανό δυνατοτήτων από τον οποίο πρέπει να βγεις με τις δικές σου επιλογές και με αυτές στο τέλος να κριθείς. Αυτό που τελικά τους εκνευρίζει στην υπόθεση ελευθερία, είναι η επιλογή. Αυτό που διαβρώνει το ήθος τους, είναι ότι δεν εκπαιδεύτηκαν να επιλέγουν και να ευθύνονται. Και η ελευθερία που επιζητούν είναι απλώς αέρας κοπανιστός. Είναι η ελευθερία χωρίς επιλογές, δηλαδή ασουλούπωτη ελευθεριότητα, δηλαδή ζωή χωρίς ευθύνες.

Αυτό είναι τελικά και το κεντρικό ερώτημα στην υπόθεση του πανεπιστημιακού ασύλου. Δεν συζητάμε για το ποιος θα επιβάλει το νόμο. Οι πανεπιστημιακοί φύλακες, η αστυνομία ή τα σκυλιά του Άδη. Συζητάμε για το αν θα εφαρμόζεται μέσα στα πανεπιστήμια ο ίδιος ο νόμος. Διότι κάποιοι θεωρούν ότι η νομιμότητα περιορίζει την ελευθερία. Για μία ακόμη φορά η μεταπολίτευση νταντεύει τους νέους. Δεν τους θεωρεί πολίτες, αλλά παιδιά. Δεν τους θεωρεί σοβαρούς για να αναλάβουν ευθύνες, αλλά τους θέλει κομπάρσους και γελωτοποιούς στο δικό της σκηνικό. Τα γερόντια της μεταπολίτευσης αισθάνονται νέοι αντιμετωπίζοντας τους νέους ως παιδιά.

Ξεχνούν όμως ότι εκείνοι που έχυσαν το αίμα τους για ελευθερία, πολέμησαν πρώτα για τη νομιμότητα. Πολέμησαν για να έχουν οι ίδιοι την ευθύνη των επιλογών τους. Και η ζωή, ούτε η προσωπική μας ιστορία, ούτε η ιστορία πάνε προς τα μπρος δίχως επιλογές.

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΖΗΜΑΚΑ: Οι ποντικοπαγίδες

Το κείμενο που δημοσιεύεται παραπλεύρως στάλθηκε από τον αείμνηστο Χρυσόστομο Τζημάκα αρκετούς μήνες πριν τον πρόωρο χαμό του. Λόγω φόρτου ύλης καθυστερούσε η δημοσίευση μέχρι που μεσολάβησε το δυσάρεστο συμβάν. Τονίζεται ότι ο πολύτιμος φίλος και συνεργάτης της ΟΔΟΥ, είχε την πνευματική ενάργεια και στοχαστικότητα ακόμη κατά την διάρκεια της σύντομης αλλά μοιραίας για τον ίδιο ασθένειάς του, να συγγράψει ένα επιπλέον κείμενο συνεργασίας για την ΟΔΟ (θα δημοσιευθεί προσεχώς), το οποίο παραδόθηκε στην εφημερίδα αμέσως μετά τον θάνατό του.


«Οι ελάχιστοι σοφοί ασχολούνται με ιδέες, οι λίγοι μέτριοι με γεγονότα
και οι πολλοί μικροί με τους άλλους»


Στον Νώντα Τσίγκα


Αν εξαιρέσει κανείς τις λίγες κότες που διατηρούσαμε σε πρόχειρο ορνιθώνα στην άκρη του κήπου, τα μόνα οικόσιτα ζώα που ευδοκιμούσαν τον καιρό εκείνο στο σπίτι μας ήταν οι ποντικοί. Τους ανεχόμασταν εκόντες άκοντες, επειδή τότε δεν διαθέταμε τελεσφόρα μέσα για την εξόντωσή τους, αλλά και διότι πολλαπλασιάζονταν με φρενήρη ρυθμό.
Το κελάρι στον πάνω όροφο του σπιτιού, όπου τοποθετούσαμε διάφορα τρόφιμα για τις ανάγκες της οικογένειας, αποτελούσε το εστιατόριο των ποντικών. Πολλοί μάλιστα από τους οικοδίαιτους αυτούς αλήτες είχαν εγκαταστήσει εκεί τις φωλιές τους, χωρίς την άδεια του οικοδεσπότη, προκειμένου να βρίσκονται κοντά στη λεία τους. Σε αυτό βέβαια συντελούσε και η παλαιότητα του σπιτιού, οι τοίχοι του οποίου και κυρίως τα ξύλινα δάπεδα παρουσίαζαν ρωγμές που άφησε εκεί ο πανδαμάτωρ χρόνος. Η συνεχής όμως πληθυσμιακή αύξηση και το αδιαχώρητο των καταλυμάτων στο χώρο εκείνο δημιουργούσε μεταναστευτικά ρεύματα προς τα άλλα δωμάτια, οι κρύπτες των οποίων προσφέρονταν ως κατοικίες των νέων ακμαζουσών γενεών. Και δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί, ότι για ένα χρονικό διάστημα το σπίτι μας είχε καταστεί ανθούσα αποικία ποντικών.

Η κυρία ποντικίνα είναι εξαιρετικώς παραγωγική, αν λάβει κανείς υπόψη ότι κατά τη διάρκεια ενός έτους μπορεί να κυοφορήσει 15 έως 17 φορές και να φέρει στον κόσμο 180 έως 200 νεογνά τα οποία μετά τρίμηνο περίπου ωριμάζουν σεξουαλικώς και μπαίνουν και αυτά στον παραγωγικό κύκλο.
Οι «σταχτοποντικοί», το σύνηθες είδος των οικοδίαιτων ποντικών, το σώμα των οποίων δεν υπερβαίνει τα δέκα εκατοστά, είχαν εξοικειωθεί με τις δραστηριότητες των ανθρώπων του σπιτιού μας και δεν δίσταζαν να εμφανίζονται αναιδώς ενώπιον των μελών της οικογενείας αλλά και των φιλοξενουμένων εκεί ατόμων. Άμα τη εμφανίσει του βδελυρού πλην ταχύποδος αυτού πλάσματος οι γυναίκες άρχιζαν να ξεφωνίζουν και να προσφεύγουν στα ψηλότερα μέρη του δωματίου, συνήθως σε καρέκλες και καναπέδες, ενώ ο ποντικός ευρισκόμενος και αυτός υπό το κράτος του πανικού έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τα έπιπλα. Τότε, κάποιος από τους άνδρες της παρέας προσποιούμενος τον ψύχραιμο οπλιζόταν με οποιαδήποτε ράβδο έβρισκε μπροστά του και έσπευδε να επιτεθεί εναντίον του ανεπιθύμητου επισκέπτη. Εις μάτην όμως. Διότι η επιπίπτουσα ράβδος εύρισκε συνήθως χρήσιμα αντικείμενα και σπανίως τον κινούμενο στόχο. Έτσι, η όλη παράσταση τελείωνε με την καταμέτρηση των ζημιών και με την εξαφάνιση του ποντικού ως δια μαγείας.
Το σπίτι μας συχνά προσφερόταν ως νυχτερινό κατάλυμα σε συγγενείς και φίλους που έρχονταν από το χωριό, προκειμένου να εξυπηρετηθούν το επόμενο πρωί σε δημόσιες υπηρεσίες της πόλης. Μερικές φορές μάλιστα που η προσέλευση ήταν μεγάλη, οι φιλοξενούμενοι έπαιρναν τον νυχτερινό τους ύπνο κατακεκλιμένοι σε κλινοστρωμνές πάνω στο πάτωμα. Σε κάποια από τις νύχτες αυτές του «μεστού παραδείσου», όπου και η σάλα ακόμη είχε καταληφθεί από τα σώματα τριών ευτραφών γυναικών, ακούστηκαν αιφνιδίως κραυγές πανικού οι οποίες κάλυψαν τους μονότονους ήχους των ροχαλητών. Οι περισσότεροι των επισκεπτών αφυπνίστηκαν και έσπευσαν να πληροφορηθούν την αιτία του πανικού. Τι είχε συμβεί; Ένας ποντικός περπάτησε πάνω στα κεφάλια των τριών κατακλιμένων στη σάλα γυναικών, επειδή προφανώς δεν αντιλήφθηκε ότι είχε καταληφθεί η οδός την οποία ακολουθούσε συνήθως προς εξεύρεση τροφής. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου επέδειξα εκείνη τη νύχτα σπάνιες αρετές θηρευτή, καταφέρνοντας να ακινητοποιήσω τον αναιδή εκείνο ποντικό μεταξύ του τοίχου και ενός ξύλινου κιβωτίου, υπό τα χειροκροτήματα των παρισταμένων.

Μολοταύτα, η αδελφή μου είχε τελείως διαφορετική άποψη για τους ποντικούς. Τους συμπαθούσε, γιατί θεωρούσε ότι έχουν ωραία όψη και καλαίσθητο ρύγχος με ιδιάζοντα αραιό μύστακα, ευφυείς οφθαλμούς και καλοσχηματισμένα αυτιά. Θεωρούσε δε ότι γίνονταν ακόμη πιο συμπαθείς, όταν στέκονταν στα οπίσθια και χάιδευαν τη μουσούδα τους με τα μπροστινά τους πόδια. Προφανώς είχε επηρεαστεί από τον «Μικιμάους» των κινουμένων σχεδίων του Ντίσνεϊ.
Εκτός όμως των εν λόγω μικρών ποντικών επισκεπτόταν το σπίτι μας και μια άλλη φυλή μεγαλοσώμων παρασίτων, με μήκος σώματος πάνω από 20 εκατοστά, «πόντικες» αποκαλούμενοι κοινώς, «οροφίες» δε επιστημονικώς. Ήταν φοβεροί στην εμφάνιση, εξαιρετικώς τολμηροί και θρασύτατοι άμα τη θέα των ανθρώπων. Διακινούνταν μέσω της οδού των υπονόμων και παρουσίαζαν παράφορη ροπή προς άγρα τροφής.
Μπροστά, λοιπόν, στον λυσσαλέο σφετερισμό των τροφικών αποθεμάτων της οικογενείας εκ μέρους των φοβερών αυτών παρασίτων, αλλά και των μικροτέρων σταχτοποντικών, καταστρώσαμε επιτελικό σχεδιασμό με ένα αμυντικό και ένα επιθετικό σκέλος. Η άμυνα αφορούσε στην τοποθέτηση των τροφίμων σε καλώς προφυλαγμένους χώρους, ενώ η επίθεση στη σύλληψη και εξουδετέρωση των παρασιτικών ατόμων.

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ψυγεία για τη φύλαξη και διατήρηση των τροφίμων καθημερινής χρήσης. Ως πρόδρομοι των ψυγείων μπορούν να θεωρηθούν τα κοινώς λεγόμενα «φανάρια», ήτοι ξύλινες κιβωτιόσχημες ελαφρές κατασκευές, διαστάσεων περίπου 50 εκ. πλάτους, 50 εκ. βάθους και 80 εκ. ύψους, οι πλαϊνές επιφάνειες των οποίων έφεραν λεπτή μεταλλική σίτα. Η ανάρτησή τους γινόταν από την οροφή, κατά προτίμηση σε καλώς αεριζόμενους χώρους, ώστε να συντηρούνται επαρκώς τα περιεχόμενα σιτία, ταυτόχρονα δε να προφυλάσσονται και από τις εφόδους των ποντικών. Μολαταύτα, υπήρχαν περιπτώσεις, όπου οι ποντικοί κατά τις νυχτερινές επιδρομές τους ροκάνιζαν μετά μανίας τα ξύλινα μέρη του σκεύους, ερεθιζόμενοι από την υποφώσκουσα θέαση και την προκλητική όσμηση των εκείθεν της σίτας εδεσμάτων. Οπωσδήποτε, την επομένη πρωία ο οικοδεσπότης έσπευδε να επουλώσει την πληγή του δημιουργηθέντος τραύματος, χρησιμοποιώντας μεταλλικές λάμες, υπό το κράτος όμως του άγχους ότι το αυτό θα συνέβαινε και τις επόμενες ημέρες. Διότι δεν είναι ίσως γνωστό σε όλους ότι ο δημιουργός, ο οποίος μεριμνά για όλα τα πλάσματά του, ευλόγησε τους τομείς οδόντες των τρωκτικών και τους έδωσε το σπάνιο χάρισμα να αυξάνονται νυχθημερόν κατά μήκος. Για να φέρουν λοιπόν τα δόντια τους στο πρέπον μέγεθος, αναγκάζονται να τα ροκανίζουν αδιαλείπτως, ασχέτως αν το πράττουν για προσπορισμό ή μη τροφής.
Δεδομένης, λοιπόν, της αδυναμίας υλοποίησης του αμυντικού σχεδίου αποφασίστηκε η εφαρμογή του επιθετικού σκέλους, δηλαδή η συστηματική εξόντωση των ποντικών. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι από πλευράς πολεμικής στρατηγικής και τακτικής η επίθεση αποτελεί τον καλύτερο τρόπο άμυνας. Κάποια απλή λύση θα ήταν να συντηρούνται στο σπίτι μια ή περισσότερες γάτες, δεδομένου ότι τα πονηρά αυτά σαρκοβόρα αιλουροειδή αρέσκονται κατά κόρον να θηρεύουν και να καταβροχθίζουν ποντικούς. Οίκοθεν νοείται, βέβαια, ότι οι οικοδεσπότες έχουν την υποχρέωση να συμπληρώνουν το σιτηρέσιο των γαλών, εάν αυτές υστερούν ως προς τις θηρευτικές τους επιδόσεις. Ωστόσο, η μητέρα μου δεν ήθελε με κανένα τρόπο γάτες μέσα στο σπίτι. Τις θεωρούσε πονηρές και επιθετικές, όταν δεν ικανοποιούνταν οι επιθυμίες τους. Η περαιτέρω, λοιπόν, τακτική στηρίχθηκε σε δύο μέσα: στα ποντικοφάρμακα και στις ποντικοπαγίδες.

Από τα προϊόντα της οικιακής οικονομίας φονικά για τους ποντικούς ήταν διάφορα πρόχειρα σκευάσματα με αλεύρι, γύψο και μερικά άλλα συστατικά τα οποία οι γονείς μου κρατούσαν μυστικά, όπως οι σύγχρονες πολεμικές βιομηχανίες κρατούν μυστικό τον τρόπο κατασκευής των οπλικών τους συστημάτων. Μολαταύτα, οι πονηροί ποντικοί αντιλαμβάνονταν την απάτη και τα απέφευγαν. Τότε καταφεύγαμε στα επίσημα σκευάσματα των χημικών βιομηχανιών τα οποία πωλούνταν στα φαρμακεία. Για τον σκοπό αυτό πήγαινα πότε στο φαρμακείο του κυρίου Τζώτζα και πότε στου κυρίου Γουλιωτίδη, αφενός για να μην έχει παράπονο κανείς τους και αφετέρου για να μην μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθος του παρασιτικού πληθυσμού που διαβιούσε παρ’ ημίν.
Τα εν λόγω σκευάσματα περιείχαν αρσενικό, στρυχνίνη ή άλλα δηλητήρια μέσα σε μαύρα σωληνάρια με αναγεγραμμένη τη λέξη «Δηλητήριον». Επιπλέον, έφεραν εμφανώς την εικόνα της νεκροκεφαλής, τη βάση της οποίας κοσμούσαν δύο μηριαία οστά σε σχήμα χιαστί, ενθυμίζοντα συλλήβδην πειρατική σημαία. Η θέα του σκευάσματος ήταν επιβλητική αλλά και προληπτική δυσάρεστων συμβαμάτων κατά τη φάση παρασκευής του δολώματος. Διότι συνέβαλλε στην προσοχή του χειριστή ο οποίος τοποθετούσε το δηλητήριο σε τεμάχιο άρτου ή τυριού, ώστε να μην δηλητηριαστεί αυτός αντί του ποντικού. Ο πατέρας μου είχε αποκτήσει ικανή επί του προκειμένου πείρα και δεν παρέλειπε να συνδράμει συγγενείς και φίλους οι οποίοι εξέτρεφαν ακουσίως ποντικούς στα σπιτικά τους. Όταν δε άφησε για πάντα τον μάταιο αυτό κόσμο, μια ανεψιά του αντί θρήνου αναφώνησε επί της σωρού του το ανεπανάληπτο: «Θείε μου ποιος θα βάζει τώρα στο σπίτι μου φάρμακο για τα ποντίκια;». Υπάρχει άραγε ψυχικός πόνος που να ανθίσταται ενώπιον μιας τέτοιας προσφώνησης;
Εντούτοις, η μέθοδος της δηλητηρίασης δεν έτυχε ευρείας εφαρμογής, διότι οι τελευτώντες ποντικοί επέλεγαν ως εσχάτη κατοικία τους τις σκοτεινές κρύπτες των δαπέδων, από τις οποίες αναδυόταν κατά την αποσύνθεσή τους αφόρητη δυσοσμία, ιδιαίτερα τη θερινή περίοδο. Όθεν, η ύστατη ελπίδα εξουδετέρωσής τους είχε αποτεθεί στις ποντικοπαγίδες.

Η μέθοδος με την οποία επιχειρείται η παραπλάνηση και η σύλληψη των ζώων είναι παλιά. Ο έμφρων άνθρωπος σοφίστηκε κατά καιρούς ποικίλους τρόπους να εξαπατά και να συλλαμβάνει τα θηράματά του, για την άγρα δε των ποντικών κατασκεύασε και χρησιμοποίησε διαφόρους τύπους ποντικοπαγίδων, αυτοσχεδίων ή του εμπορίου. Θυμούμαι τη γιαγιά στο χωριό, η οποία μεταχειριζόταν μια αρχέγονη παγίδα που ήταν απλή αλλά ευφυούς κατασκευής. Πάνω σε επίπεδο σανίδι τοποθετούσε με το κοίλο προς τα κάτω το πήλινο και αρκετά βαρύ κάλλυμα ενός δοχείου. Στο εσωτερικό του έβαζε μικρό ξύλινο άξονα, ο ένας πόλος του οποίου έφερε το δόλωμα, ενώ ο άλλος ένα αυτούσιο σφηνωμένο καρύδι. Ακολούθως, όπλιζε τη συσκευή έτσι ώστε το χείλος του καλύμματος να ακουμπάει ελάχιστα στην καμπυλότητα του καρυδιού, δημιουργώντας λεπτή ισορροπία καταργούμενη με την παραμικρή κίνηση του φέροντος το δέλεαρ ετέρου πόλου. Ο ορεγόμενος το δόλωμα ποντικός έμπαινε εξαπατώμενος υπό τον θόλο του συστήματος, με αποτέλεσμα να διαταράσσει την ισορροπία, να πέφτει το κάλυμμα και να τον παγιδεύει. Μέχρι το σημείο αυτό κατανοούσα τον μηχανισμό λειτουργίας. Ωστόσο, αδυνατούσα να συλλάβω τον τρόπο με τον οποίο η γιαγιά θα έβγαζε από εκεί τον ποντικό, χωρίς να διαφύγει. Και όμως, η διαδικασία ήταν απλή: Σήκωνε ελάχιστα το κάλυμμα και το κινούσε κυκλικά στην υποκείμενη σανίδα μέχρι να φανεί η ουρά του θηράματος την οποία έπιανε. Ακολούθως, τραβούσε τον ποντικό έξω, τον κοίταζε ερευνητικά για να εκτιμήσει το μέγεθός του, και τον άφηνε περιφρονητικά στη διάθεση της γάτας η οποία, οσμιζομένη από ώρα το εκλεκτό γεύμα, ξερογλυφόταν και στριφογύριζε θωπεύοντας τα πόδια της γιαγιάς. Και εκείνη παραστεκόταν για λίγο, προκειμένου να απολαύσει το θέαμα του παιχνιδιού γάτας και ποντικού, όπλιζε και πάλι την παγίδα και απομακρυνόταν βιαστικά, να αποσώσει τις δουλειές της, γιατί με τούτα και με εκείνα είχε απομείνει πίσω.

Δεν γνωρίζω πόσοι από τους αγαπητούς αναγνώστες έχουν γίνει μάρτυρες παρομοίων περιστατικών, όπου η σιγουριά υπεροχής της πονηρής γαλής την οδηγεί σε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι με το αδύναμο υποχείριό της, ή ακριβέστερα υποπόδιό της. Του δίνει την ευκαιρία να απομακρύνεται κάπως και ευθύς αμέσως το επαναφέρει στην αρχική θέση μετακινώντας το, δήθεν στοργικά, με το δεξιό της πόδι προς τα αριστερά και με το αριστερό αντιθέτως. Αφού απολαύσει το μοναδικό αυτό είδος παιδιάς, ως ορεκτικό, συνεχίζει με το κυρίως γεύμα καταβροχθίζοντας τη λεία της.

Μολαταύτα, στο σπίτι μας δεν καταδεχόμασταν να χρησιμοποιήσουμε τέτοιου είδους απαρχαιωμένα μέσα τα οποία προσβάλουν και ευτελίζουν την πρόοδο και την εφευρετικότητα του έμφρονος ανθρώπου. Στο εμπόριο εύρισκε κανείς πλείστα όσα βιομηχανικά σκευωρήματα προς εξαπάτηση των ποντικών. Υπήρχε η επίπεδη παγίδα με την οδοντωτή παρυφή και το μεταλλικό έλασμα σχήματος Π, το οποίο επέπιπτε με δύναμη πάνω στη ράχη του ποντικού τη στιγμή απόσπασης του δολώματος και εκτόνωσης της σκανδάλης. Οι παγίδες αυτές λειτουργούσαν επιτυχώς για τους μικρόσωμους σταχτοποντικούς τους οποίους ακινητοποιούσαν ασφυκτικά μεταξύ της βάσης και του ελάσματος. Τα πράγματα όμως άλλαξαν με την εμφάνιση των μεγαλόσωμων ποντικών οι οποίοι, λίγο ενοχλούμενοι από την παγίδευσή τους, σέρνονταν μαζί με την παγίδα μέχρι την τρύπα εισόδου στη φωλιά τους, όπου έμπαιναν οπισθοχωρώντας συνάμα δε και ολισθαίνοντας μεταξύ των συλληπτικών ελασμάτων. Έτσι, η παγίδα ως αδιαχώρητος παρέμεινε επί τα εκτός, λεηλατημένη και ντροπιασμένη, ελαφρώς ερυθριώσα, προφανώς από την αιμόρροια κάποιου επιπολαίου τραύματος του ευσώμου παρασίτου.
Ωστόσο, υπήρχαν και οι κιβωτιόσχημες παγίδες οι οποίες διέθεταν τοιχώματα από αρκούντως ανθεκτικό σύρμα και θύρα συνδεδεμένη εξωτερικώς με τον μηχανισμό του δολώματος. Η εκείθεν έξοδος του θηράματος ήταν ανέφικτη, διότι η πόρτα έκλεινε στερρώς και το μεταλλικό πλέγμα του τοιχώματος ανθίστατο στο ροκάνισμα των δοντιών του θηράματος. Εντούτοις, ο τύπος αυτός προσέκρουε στο μέγεθος της κατασκευής, διότι ο ωφέλιμος εσωτερικός χώρος της παγίδας ήταν μικρότερος του σωματικού εκτοπίσματος των μεγάλων ποντικών. Δεν υπήρχε, λοιπόν, άλλη λύση από το να κατασκευαστεί χειροποίητη παγίδα ικανών διαστάσεων, αφού στο εμπόριο δεν κυκλοφορούσαν παρόμοιες.

Ο πατέρας μου, εκ φύσεως και εξ επαγγέλματος χειροτέχνης, μπορούσε να σχεδιάσει και να κατασκευάσει ένα τέτοιο μηχάνημα, πολύ δε περισσότερο διότι του προσφερόταν αφιλοκερδώς το ξυλουργικό εργαστήριο του θείου μου Ναούμ Τζίφρα. Θυμούμαι εκείνο το μεγαλοπρεπές ξύλινο κατασκεύασμα το οποίο έμοιαζε μάλλον με μικρό μπαούλο. Το πάνω και πρόσθιο τοίχωμά του ήταν ενιαίο και κινητό, σε θέση δε οπλισμού προεξείχε της υπόλοιπης κατασκευής, δίνοντας την εντύπωση ανοιχτού στόματος κροκοδείλου ή μυθικού τέρατος ανάλογα με τη φαντασία και την προτίμηση του παρατηρητή. Η οροφή του συστήματος έφερε ευμέγεθες άνοιγμα, καλυπτόμενο από συρμάτινο πλέγμα, προκειμένου να ελέγχονται οι κινήσεις και το μέγεθος του θηράματος.
Όταν ο εξαπατηθείς ποντικός έμπαινε στον κλωβό της παγίδας και αποσπούσε το δέλεαρ, ουδόλως έβαζε κατά νου ότι ο χώρος αυτός της προσφοράς του εδέσματος, θα μπορούσε να μετατραπεί αιφνιδίως σε ειρκτή. Η πτώση της θύρας, νύκτωρ συνήθως, άφηνε λόγω του βάρους της ισχυρό γδούπο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κραυγή της παγίδας, με την οποία αφύπνιζε τους ενοίκους, για να τους δηλώσει πως εξετέλεσε την αποστολή της, ως άλλη όρνιθα που γέννησε αυγό. Αλλά η αφύπνιση εκείνη ήταν γλυκιά και ευπρόσδεκτη, διότι έκλεινε τον κύκλο της πρώτης επιτυχούς θηρευτικής πράξης και οι αφυπνισθέντες, μειδιώντες ελαφρώς, γύριζαν από την άλλη πλευρά, για να συνεχίσουν ικανοποιημένοι τον ύπνο τους. Την επαύριο θα είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη δεύτερη και τελευταία πράξη του θηρευτικού δράματος. Εξάλλου, ο οικοδεσπότης μόλις καθεύδων στην κρεβατοκάμαρά του κουνούσε ελαφρώς το κεφάλι του πάνω στο προσκέφαλο, πράγμα που σήμαινε περίπου: «Να δεις τι έχεις να πάθεις αύριο το πρωί».
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη και τελευταία πράξη του δράματος, τουτέστιν τη θανάτωση της λείας, έπρεπε να βρεθεί μέθοδος κατά το δυνατό λιγότερο επώδυνη, ταυτόχρονα δε και τελεσφόρα. Αρχικώς, υπήρξε η ιδέα της χρήσης οξέος φονικού οργάνου εισαγομένου από το πλέγμα της οροφής, αλλά η μέθοδος εγκαταλείφθηκε εν τη γενέσει της ως βάρβαρη και μη συνάδουσα με τα λεπτά αισθήματα του οικοδεσπότη. Ωσαύτως, εγκαταλείφθηκε και η μέθοδος τελευτής του θηράματος με ζέον ύδωρ, ως υπενθυμίζουσα τα βασανιστήρια της κολάσεως και απάδουσα προς τις θρησκευτικές αντιλήψεις της οικογενείας. Τι έμελλε, λοιπόν, να ακολουθήσει;

Στο σημείο αυτό, και πριν αποκαλύψω τη λύση, θα μου επιτρέψουν οι αγαπητοί αναγνώστες να παρατείνω την αγωνία τους επ’ ολίγον, αναφερόμενος στους κατά καιρούς τρόπους θανάτωσης των καταδικασθέντων ανθρώπων με την έσχατη των ποινών. Οίκοθεν νοείται, ότι οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι τελευτής συνέπλεαν εκάστοτε με το επίπεδο καλλιέργειας των λαών. Για παράδειγμα, οι αρχαίοι Έλληνες χορηγούσαν το κώνιο. Ήταν ο πιο ανώδυνος θάνατος που μπορούσαν να εφαρμόσουν την εποχή εκείνη. Άλλοι, βάρβαροι λαοί, εφάρμοζαν βάναυσες μεθόδους, όπως τον λιθοβολισμό, τη σταύρωση, την παράδοση στα σαρκοβόρα κ.τ.λ. Αργότερα, κατά τη σκοτεινή περίοδο του μεσαίωνα, εφαρμόστηκαν από τους Χριστιανούς της Iερής Eξέτασης εξαιρετικώς βάρβαροι τρόποι θανάτωσης, όπως η καύση ζώντων ατόμων στην πυρά, ο διαμελισμός με ισχυρή ταυτόχρονη έλξη των τεσσάρων μελών του σώματος από αντίστοιχα άλογα κ.τ.λ. Στους νεότερους χρόνους υπήρξε μια σχετική μεταβολή με την εφαρμογή της αγχόνης, της λαιμητόμου, του τυφεκισμού και της ηλεκτρικής καρέκλας στις Η.Π.Α.

Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, ο πολυμήχανος πατέρας μου προσπάθησε να δώσει μια αξιοπρεπή λύση. Το πρωί της επομένης, αφού βεβαιωνόταν ιδίοις όμμασι για το μέγεθος και τη ζωτικότητα της λείας, έπιανε την παγίδα με τα δυο του χέρια, ώστε να ασφαλίζει θύρα και θήρα, και προέβαινε σε παλινδρομικές κινήσεις επιτυγχάνοντας κρούσεις και ανακρούσεις του θηράματος στα τοιχώματα της συσκευής. Με τον τρόπο αυτό προκαλούσε ήπια διάσειση και απώλεια της συνείδησης του ποντικού• ήταν κατά κάποιο τρόπο μια μέθοδος προαναισθητικής αγωγής, μια μέθη χωρίς τη χρήση οινοπνευματωδών ποτών.
Ο χαρακτηριστικός ήχος των κρούσεων αποτελούσε το πρωινό εγερτήριο σάλπισμα των υπολοίπων μελών της οικογενείας, συνάμα δε και το προσκλητήριο σύνθημα προς τις αδέσποτες γάτες της γειτονιάς, οι οποίες συνωθούνταν στον κήπο μας, προκειμένου να πάρουν ένα εκλεκτό πρωινό. Όταν ο φυσικός αυτουργός αντιλαμβανόταν ότι επιτεύχθηκε η απώλεια της συνείδησης του υποκειμένου, άνοιγε την πόρτα της παγίδας και άδειαζε το περιεχόμενο μπροστά στις γάτες οι οποίες αναπηδούσαν με αδημονία. Κάποια από αυτές άρπαζε το θήραμα και εξαφανιζόταν βιαστικά προς ασφαλή θέση, προκειμένου να ευφρανθεί τη λεία κατά μόνας.
Με τον τρόπο αυτό ο πληθυσμός των ποντικών πήρε να ελαττώνεται, μετατιθέμενος από τις σκοτεινές στοές των υπονόμων και τις κρύπτες του σπιτιού στο πεπτικό σύστημα των αιλουροειδών, τα οποία όμως δεν άργησαν να παρουσιάζουν συμπτώματα κορεσμού και αποστροφής από την στερεοτυπία της τροφής τους. Τα περίεργα αυτά ζώα ενώ αρχικώς ήταν ισχνά και προσέρχονταν εκθύμως, ευλογούντα τον παραδείσιο εκείνο κήπο της Εδέμ, άρχισαν τώρα να απέρχονται ευτραφή και δυσκίνητα, καταρώμενα την πάχυνση ως ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα, ίσως και αυτού του προπατορικού. Αλλά ο κορεσμός δεν είναι άλλο τι, παρά ο λύχνος που φωτίζει τη ματαιότητα του κόσμου.

Το πρωινό εκείνο του Οκτώβρη, όπου η μέρα είχε επαρκώς συρρικνωθεί έναντι της νύχτας, και τα πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα ήταν περισσότερα από εκείνα που παρέμεναν στα δέντρα, μια και μόνη γάτα είχε απομείνει να αναμένει το πρωινό της γεύμα. Και ενώ ο ημιθανής ποντικός ρίχτηκε μπροστά της, κατά τα συνηθισμένα, εκείνη πλησίασε με αργές μεγαλοπρεπείς κινήσεις, οσμίστηκε το θήραμα, στάθηκε για λίγο κοντά του και αφού το κοίταξε με περιφρόνηση, στράφηκε αντίθετα και αναχώρησε εξίσου μεγαλοπρεπώς.
Εν τω μεταξύ ο ποντικός άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις του. Από την ύπτια ήρθε στη φυσική πρηνή θέση, στάθηκε στα πόδια του και αιφνιδίως λάκισε αναζητώντας την οδό και την οπή της σωτηρίας του. Ο πατέρας μου έμεινε προς στιγμή εμβρόντητος, σύντομα όμως συνήλθε και συγκεντρώσας όλη την οργή και το μένος του στο προκλητικώς αδιάφορο εκείνο τετράποδο «ΚΝΩΔΑΛΟ» το αποκάλεσε στεντορεία τη φωνή. Ύστερα, έσκυψε το κεφάλι του και κρατώντας την παγίδα δια της δεξιάς και το κιγκλίδωμα της σκάλας δια της αριστεράς μπήκε στο σπίτι κατηφής, όπως περίπου είχε εισέλθει στο ανάκτορό του ο Μέγας Ναπολέων μετά τη μάχη του Βατερλό.

Βιβλίο: Ο δρόμος που πήρες…

Στο δρόμο εκείνο που πήρες όταν πρωτοάνοιξες τα μάτια σου στο φως δεν ήταν οι Μοίρες που σε υποδέχτηκαν ∙ το χέρι Εκείνου που σ’ έπλασε κι αυτό που είσαι ο ίδιος ήταν. Αυτά τα δυο δε θα σ’ εγκαταλείψουν ώσπου να φτάσεις στο τέλος.
Στο δρόμο αυτόν τα πράγματα δεν είναι εύκολα ∙ να χαίρεσαι γι’ αυτό. Ο πόνος με τη διπλή του έννοια, του πόνου και του κόπου, είναι μεγάλο σχολείο. Κατάφερέ το να συμφιλιωθείς μαζί του ∙ θα βγεις κερδισμένος.
Στο δρόμο αυτόν το πιο δεδομένο απ’ όλα είναι η μοναξιά σου. Όσο κι αν έχεις γύρω σου ανθρώπους να μοιράζεσαι, μόνος θα πρέπει να ξεπερνάς και μόνος να αντέχεις. Έτσι θ’ ατσαλώνεσαι και θα προχωράς, κρατώντας όρθια τη σημαία που ορίστηκε-και ορκίστηκε- να κρατιέται απ’ τα δικά σου χέρια.
Σ’ αυτόν το δρόμο διάλεξε προσεχτικά τη συντροφιά σου. Πάρε μαζί σου τη σοφία που τρύγησες από ανθρώπους που είχαν να δώσουν και σου την έδωσαν, λέγοντάς την και γράφοντάς την. Πάρε και τις μουσικές που αγαπάς ∙ αυτές θα σε ξεκουράζουν και θα σε δυναμώνουν.
Μην ξεχάσεις να εκτιμάς. Η ζωή, λένε, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ευτυχείς συναντήσεις. Μέτρα τις δικές σου, νιώσε γεμάτος. Και συνέχισε.
Μην ξεχάσεις ν’ αγαπάς. Ο άνθρωπος φανερώνει πως άνθρωπος είναι μέσ’ από τον άλλον, το διπλανό του. Κάν’ το για σένα, όχι για τον άλλον.
Με όλα αυτά και άλλα τόσα που μόνος θ’ ανακαλύψεις , θα δεις πως ο δρόμος εκείνος που πήρες όταν γεννήθηκες ήταν υπέροχος.
Γιατί ήταν η ζωή σου…

Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου

Από το Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2010 με θέμα: «Ο δρόμος εκείνος» της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, μέλος της οποίας έχει την τιμή να είναι και η γράφουσα.

ΟΔΟΣ: Ας τελειώσουν οι χοροί

Ήταν στις αρχές της πρώτης της κυβερνητικής θητείας της την άνοιξη του 2004 όταν η Νέα Δημοκρατία του τ. πρωθυπουργού κ. Κων/νου Καραμανλή, με την ανεύθυνη πολιτική των απογραφών και της σταδιακής απομάκρυνσης από τον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στον οποίο είχε αναβαθμίσει την χώρα η συστηματική προσπάθεια του Κ. Σημίτη) έσπερνε θύελλες ξεκινώντας έτσι την σταδιακή διολίσθηση της Ελλάδος στην ανυποληψία των εταίρων της. Στο τέλος, οδήγησε την Ελλάδα κοντά στα περιθώρια.

Στην Καστοριά οι πολίτες παρακολουθούσαν άναυδοι και απορημένοι, να περνούν το ένα μετά το άλλο τα χρόνια χωρίς να γίνεται απολύτως τίποτε αξιοσημείωτο στην πόλη, όπως και στην υπόλοιπη χώρα. Με μόνη εξαίρεση το διδακτήριο των ΤΕΙ και την πλατεία-παρωδία της Ομόνοιας. Μόνο ο κομματικός «πατριωτισμός» της πλειοψηφίας των κατοίκων της Καστοριάς συγκάλυπτε τα αισθήματα απορίας και αποδοκιμασίας. Η εντύπωση ότι ένας αυτόματος πιλότος (με βλάβες κι’ αυτός) οδηγούσε τα πάντα, ήταν κυρίαρχο.

Σήμερα τις θύελλες αυτής της οκνηρής πολιτικής, θερίζει η νέα κυβέρνηση του ΠαΣοΚ, το οποίο προεκλογικά επένδυσε -σε ένα βαθμό δικαιολογημένα- στα φοβικά σύνδρομα των Ελλήνων, στην οικονομική κρίση και τον κίνδυνο κατάρρευσης της χώρας. Η οποία βρέθηκε πολύ κοντά στα όρια της αποβολής από το ευρωπαϊκό «κεκτημένο».

Η ειρωνεία για την Καστοριά είναι ότι για μια ακόμη φορά βρέθηκε να είναι εξαρτημένη και δέσμια της -χωρίς αντίστοιχο προηγούμενο- πολιτικής ισχύος του τοπικού βουλευτή του ΠαΣοΚ κ. Φιλ. Πετσάλνικου. Ο οποίος ως πολιτικός εκφραστής, υπό κανονικές συνθήκες αντί για τιμονιέρης του τόπου θα έπρεπε να είχε ξεπεραστεί. Και στην καλλίτερη περίπτωση, θα έπρεπε να θεωρείται απλώς επίτιμος, βετεράνος. Έτσι εγκλωβισμένη μεταξύ της λογικής και του αισθήματος ολόκληρη η πόλη, μοιάζει ακόμη να συμπιέζεται μεταξύ του διλήμματος «από δω ο άνδρας μου, και από δω το αίσθημά μου».

Χωρίς αμφιβολία είναι δυσάρεστο αλλά και ταπεινωτικό, να συνειδητοποιείται ότι εξ αιτίας της αδράνειας και αναποτελεσματικότητας της κυβέρνησης του κ. Κ. Καραμανλή και έτσι εξ αιτίας της Ελλάδος υπέστη για πρώτη φορά πλήγματα, η αντοχή του ευρώ. Επομένως όλοι αντιλαμβάνονται ότι στην κυβέρνηση του ΠαΣοΚ έπεσε ο κλήρος για την λήψη αναγκαίων και σκληρών ίσως αποφάσεων.

Όμως, από τις τελευταίες εκλογές έχουν περάσει κάπου 2,5 μήνες και κοντεύει να ολοκληρωθεί η περίοδος των 100 ημερών, χωρίς από την μεριά της κυβέρνησης να έχουν ανακοινωθεί συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Μέτρα με αρχή, μέσο και τέλος.

Ακόμη και οι δεσμεύεις που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός κ. Γ. Παπανδρέου την π. Δευτέρα το βράδυ, λίγο διέφεραν από το να περιέχουν διαπιστώσεις, αναθέματα και αόριστα ευχολόγια με άφθονη ασάφεια. Σαν να ήταν δηλώσεις σε διαδικασία για ψήφο εμπιστοσύνης. Περιέλαβαν όμως και αμφίβολης ποιότητας καινοτομίες στις επιλογές προγραμματικών πολιτικών στόχων καθώς και προσώπων σε θέσεις κλειδιά του κυβερνητικού μηχανισμού, προσώπων χωρίς αντίκρισμα στην πολιτική ευθύνη.

Αντίστοιχες αοριστολογίες χαρακτηρίζουν και το κλίμα της Καστοριάς. Εδώ, τις τελετές, διαδέχονται οι γιορτές, και τις γιορτές οι τιμητικές διακρίσεις, οι οποίες έχουν απονεμηθεί αφειδώς στον τοπικό βουλευτή και τώρα πρόεδρο της Βουλής κ. Φιλ. Πετσάλνικο. Όχι πως είναι κακό και αδικαιολόγητο έθιμο να χορηγούνται (έστω και) πομπώδεις τίτλοι και περγαμηνές στον πρόεδρο της Βουλής, μια και είναι βέβαιο ότι θα χρειαστούν πολλά-πολλά χρόνια, ίσως και δεκαετίες, για να τιμηθεί τοπικός πολιτικός με αντίστοιχο, ακόμη και λιγότερο σημαντικό αξίωμα απ’ αυτό (του προέδρου της Βουλής) που απονεμήθηκε στον τοπικό βουλευτή.

Αλλά το να απονέμεται ο τίτλος του επίτιμου δημότη της Καστοριάς, δεν είναι δα και βαρόμετρο της αξιοσύνης, ούτε τεκμήριο της ικανότητας του τιμώμενου. Σε ένα Δήμο μάλιστα του οποίου οι (τότε μελλοντικοί) πρώτοι δημότες έτρεχαν σε αεροδιαδρόμους για να δωρίσουν στο τέως λαμπρό, τέως πρωθυπουργικό ζεύγος Κωνσταντίνου και Νατάσας Καραμανλή το κατιτί τους σε γούνα και δέρμα, ίσως και οι διακρίσεις, να μην είναι και ο καλλίτερος οιωνός για το μέλλον.

Πόσο μάλλον όταν αφορούν πολιτικούς με (μακροχρόνιο) παρελθόν, όπως του κ. Φ. Πετσάλνικου, το οποίο στην πιο επιεική εκδοχή του είναι κάπως αμφιλεγόμενο για την αποτελεσματικότητά του και για την μετρήσιμη προσφορά του στον τόπο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με το παρελθόν και το πραγματικό έργο κάθε πολιτικού. Αλλά όπως συμβαίνει σε πανελλήνια κλίμακα και με το ΠαΣοΚ. Το οποίο, αν και κυβέρνησε στο παρελθόν (σχεδόν πάντοτε με κυβερνητικό παράγοντα τον νυν νέο πρωθυπουργό), σήμερα με τα στρογγυλεμένα, απολύτως νεοφιλελεύθερα και ακαθόριστα ευχολόγια, συμπεριφέρεται σαν να είναι εποχικό προϊόν. Σαν να μην έβαλε κι’ αυτό, για πολλά-πολλά χρόνια τα χεράκια του για να οδηγηθεί η χώρα στο σημερινό της κατάντημα, ιδίως σε ό,τι αφορά το πρόβλημα της διαφθοράς. Παρά τα διαλείμματα της κυβερνητικής περιόδου μετά το 1993.

Όμως, κάποια στιγμή οι πλακέτες και οι τιμές, τα τραγούδια και οι χοροί θα πρέπει να τελειώσουν. Ο κ. Φίλιππος Πετσάλνικος που εκτός από πρόεδρος της Βουλής είναι και βουλευτής Καστοριάς, θα πρέπει να καταστήσει γνωστούς και σαφείς τους στόχους του. Τι θα γίνει με την γούνα, και τι με την ρύπανση της λίμνης; Τι με την Αρχιτεκτονική Σχολή και πότε θα λειτουργήσει; Τι θα προγραμματιστεί σχετικά με το Πνευματικό Κέντρο; Τι θα κάνει για την ανεργία των πολύ και λιγότερο νέων, και τις παρασιτικές αντιαναπτυξιακές σπατάλες; Πώς θα εκσυγχρονιστεί το οδικό δίκτυο και τι θα απογίνουν οι αεροπορικές συγκοινωνίες; Πώς θα αντιμετωπισθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση της Καστοριάς και πώς μπορούν να αναδειχθούν τα εξαιρετικής ομορφιάς βυζαντινά μνημεία της πόλης; Αυτά είναι μερικά από τα ελάχιστα, τα στοιχειώδη, τα σχεδόν παντοτινά, και πάντως μέχρι τώρα επικίνδυνα χρονίζοντα προβλήματα της πόλης.

Για τα οποία είναι αμφίβολο αν κανείς εκεί, από τον Δήμο Καστοριάς των τιμών, των χειροφιλημάτων και ασπασμών, του έκανε την παραμικρή νύξη μέχρι τώρα. Εκτός κι’ αν περιμένουν να τα πουν με το ποδαρικό του 2010.